Η Άποψή μας για την παράσταση “Φοίνισσες” σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου από το Εθνικό Θέατρο

Μετά από πολύ καιρό απουσίας επιστρέψαμε, με την ελπίδα ότι θα παραμείνουμε φέτος ενεργεί, και παρακολουθήσαμε την παράσταση “Φοίνισσες” σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου.
Η ευριπίδεια τραγωδία διδάχτηκε το 408 π.Χ. και αποτελούσε τριλογία μαζί με τις Υψιπύλη και Αντιόπη, με την οποία ο Ευριπίδης κέρδισε το 2ο βραβείο. Οι Φοίνισσαι είναι και η μόνη που έχει διασωθεί ολόκληρη.

Η υπόθεση της είναι ίδια με εκείνη της τραγωδίας “Επτά επί Θήβας” του Αισχύλου, σε μεγαλύτερη όμως έκταση και πλοκή. Πραγματεύεται τον μύθο του θηβαϊκού κύκλου και αναφέρεται στα τραγικά συμβάντα του οίκου των Λαβδακιδών και της διαμάχης για την εξουσία της Θήβας. Είναι ένα πολυπρόσωπο οικογενειακό δράμα με πολιτικές αναφορές και διαχρονικό χαρακτήρα. Έννοιες όπως διαφθορά, διχόνοια, αυτοθυσία, εξουσία και γυναικεία λογική μας απασχολούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.

Ο Γιάννης Μόσχος συστήνει στο κοινό τις “Φοίνισσες”, ένα από τα λιγότερο γνωστά κείμενα του αρχαίου θεάτρου. Δίνει μέσα από λιτή σκηνοθετική προσέγγιση, με έμφαση στο ίδιο το κείμενο, την ευκαιρία στο έργο να ξανά συστηθεί στους θεατές. Η παρουσία του Χορού αναδεικνύεται με το παραπάνω, ενώ οι βασικοί ήρωες χωρίς υπερβολές κατάφεραν να φέρουν σε πέρας το ρόλο τους. Σε πολλές στιγμές φαίνεται πως ανάμεσα στο κοινό και στο έργο υπάρχει απόσταση, μιας και δεν υπάρχει το αίσθημα της συγκίνησης και της ταύτισης, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως ο θεατής δεν αποκτά πραγματική σχέση με αυτό που βλέπει. Πιθανότατα είναι ένα τέχνασμα του σκηνοθέτη ώστε να αφήσει τον καθένα να πλησιάσει τόσο όσο έχει ανάγκη ένα έργο με τόσο σημαντικές έννοιες και προβληματισμούς. Ο Γιάννης Μόσχος αφήνει τις Φοίνισσες του σχεδόν γυμνές να μιλήσουν, τους πρωταγωνιστές του να επιχειρηματολογήσουν και να έρθουν σε αντιπαράθεση ο ένας με τον άλλον, να θρηνήσουν και να έρθουν αντιμέτωποι με τις συνέπειες. Όλα αυτά πάντα σε συνάρτηση με την εξαιρετική μετάφραση του Νικηφόρου Παπανδρέου.

Αναφορικά με τις ερμηνείες των ηθοποιών έχουμε ένα εξαιρετικό δίδυμο Ετεοκλή και Πολυνίκη, από τους Αργύρη Ξάφη και Θάνο Τοκάκη, οι οποίοι φέρνουν στη σκηνή έναν αγώνα λόγου και διεκδίκησης, έναν αντιθετικό δίπολο εξουσίας και αδικίας. Η Μαρία Κατσιαδάκη σε μια πολύ δυνατή στιγμή της στο ρόλο της Ιοκάστης, έμπειρη και σίγουρη πάνω στη σκηνή. Ο ρόλος του Τειρεσία καθηλωτικός, από τον Αλέξανδρο Μυλωνά, δεν σε έκανε να περιμένεις τίποτα λιγότερο. Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης στο ρόλο του Κρέοντα ήταν ίσως η πιο αδύναμη και άνευρη παρουσία στη σκηνή. Ο Δημήτρης Παπανικολάου, ενσαρκώνοντας τον Οιδίποδα, σε έκανε να νιώσεις την πραγματική απόγνωσή του μπρος στην καταστροφή που βίωνε. Ο Γιώργος Γλάστρας και ο Κώνστας Μπερικόπουλος στους ρόλους του Αγγελιαφόρου και του Παιδαγωγού αντίστοιχα, κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών, καθώς ο καθένας τους είχε το δικό του στυλ και ταυτότητα. Στο ρόλο της Αντιγόνης, η Λουκία Μιχαροπούλου καταφέρνει να αποδώσει της έντονες στιγμές του θρήνου και να φανεί αποφασιστική. Ο Μενοικέας από τον Βασίλη Ντάρμα φαίνεται σχεδόν αμέτοχος και χωρίς ένταση επί σκηνής και με μια δόση αμηχανίας.

Από την άλλη πλευρά ο Χορός, μέσα από τη διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου, μοιάζει σαν νύμφες. Η κίνηση, το τραγούδι τους και η παρέμβασή τους σε κρίσιμες στιγμές, δίνει την εντύπωση ότι είναι από τους πιο άρτιους και καλοδουλεμένους Χορούς των τελευταίων χρόνων.

Ένα εξαιρετικό εύρημα είναι η παρουσία της Σφίγγας επί σκηνής, από την Σεσίλ Μικρούτσικου. Ένας βουβός χαρακτήρας, που θυμίζει αερικό και αγρίμι μαζί, έτοιμο να κατασπαράξει τους γύρω της. Με μια ελαφριά και δυνατή συνάμα κίνηση το σώμα της είναι αυτό που μιλάει κάθε φορά που εμφανίζεται και εποπτεύει τους πρωταγωνιστές.

Η κινησιολογία από την Αμαλία Μπένετ είναι άλλο έναν καλό δείγμα της παράστασης. Υπάρχει αρμονία και όχι σύγχυση πάνω στη σκηνή ακόμη και όταν βρίσκεται όλο ο θίασος. Τα κοστούμια, όσον αφορά του Χορού, ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε, ενώ των πρωταγωνιστών φαινόντουσαν αρκετά βαριά και δυσκίνητα αν και τα έντονα χρώματα κάπως τους έδιναν χαρακτήρα. Η σκηνογραφία ήταν λιτή, έμοιαζε με την πρόσοψη του παλατιού, χωρίς να δίνει κάποιο στοιχείο. Παράλληλα οι βιντεοπροβολές ήταν άρτιες και δεν ξένιζαν για αρχαία τραγωδία, σε έκαναν να νιώθεις ότι δίνουν έμφαση στο συναίσθημα. Ο φωτισμός ήταν άρτιος χωρίς υπερβολές και χρώματα.

Εν κατακλείδι οι Φοίνισσες είναι μια παράσταση που αξίζει να δεις. Δεν περιέχει νεοτερισμούς, θυμίζει κλασική τραγωδία με έμφαση στο κείμενο και σε όσα διαδραματίζονται. Κλιμάκωση δραματικών γεγονότων και συναισθημάτων.

Της Κατερίνας Μπουκάλα, 23/09/21
Θεατρολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.