Η Άποψή μας για την παράσταση “Ματωμένος Γάμος” του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη

Η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.

Λυρισμός, συγκίνηση, χιούμορ, παράδοση, φρεσκάδα και δροσιά – τόσο απαραίτητη μέσα στον αττικό καύσωνα-, ήταν ό,τι παρακολουθήσαμε στο Κατράκειο Θέατρο Νίκαιας. Η αφορμή ήταν ο Ματωμένος Γάμος του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, κι εμείς ήμαστε καλεσμένοι, σε μια ευτυχή θεατρική στιγμή.

Για λίγο βρεθήκαμε στην Επίδαυρο. Η σκηνοθεσία, τοποθετώντας την κυρίως δράση σε έναν υπερυψωμένο κυκλικό δίσκο στο κέντρο της σκηνής, απηχούσε τη θυμέλη, ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί στημένοι γύρω από αυτόν, το χορό και την ορχήστρα. Για λίγο βρεθήκαμε σε έναν παραδοσιακό γάμο της ισπανικής υπαίθρου με τα όλα του, με τους οργανοπαίχτες του, τα έθιμά του, τους γείτονες και τις γειτόνισσες υπ’ ατμών. Για λίγο βρεθήκαμε σε ένα όνειρο που επρόκειτο να εξελιχθεί σε εφιάλτη. Ένα φεγγάρι (Κώστας Βασαρδάνης) ηδυπαθές, αιμοδιψές και εκδικητικό, κάπως χαιρέκακο, που θρηνεί για τη μοναξιά του και μέμφεται τους ανθρώπους που τον άφησαν έξω από τα σπίτια τους, με συνεργό του μια ζητιάνα (Ισιδώρα Δωροπούλου), προσωποποίηση του Θανάτου, που μας ανατρίχιασε με τη ζοφερή έκβαση που προοικονομούσε. Το σκηνικό, οι συμβολικοί φωτισμοί, και οι ήχοι που παράγονταν από τους ίδιους τους ηθοποιούς – από τα γαμήλια τραγούδια μέχρι τους εναγώνιους χτύπους της καρδιάς, και τους πυρετώδεις κραδασμούς από το καμουτσίκι- συνταιριάζονταν με τον βραχώδη περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου, δημιουργώντας μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα, την ιεροτελεστία της θυσίας, το αναπόφευκτο της αμοιβαίας σφαγής ως εκπλήρωση κάποιας αρχέγονης προφητείας.

Οι ηθοποιοί μας άφησαν να κοιτάξουμε από την κλειδαρότρυπα κάποιου χωριατόσπιτου όπου όλα έμοιαζαν φυσιολογικά και είχαν απ’ όλα όπως έχει πράγματι η ζωή: στιγμές γέλιου, αλαφράδας και παιδικότητας, ώρες πένθους, ώρες που δε σε χωράει ο τόπος, παραφορά και ξεσπάσματα. Αυτό είχε ένα απολαυστικό αποτέλεσμα: η κορύφωση του έργου έφτασε αργά και γλυκά, ξεπηδώντας μέσα από την αλήθεια της καθημερινότητας που σ’ αφήνει πού και πού να ελπίζεις και να διατηρείς την ψευδαίσθηση του πολυπόθητου happy end, και ταυτόχρονα υποκινούμενη από μια αδυσώπητη μοίρα που σε οδηγεί το δίχως άλλο στον όλεθρο.

Η τραγική μάνα, Μαρία Τζομπανάκη, επιβλητική και τρυφερή, ανθρώπινη και ταυτόχρονα συμβολική. Μητέρα, Γυναίκα και καμπάνα πένθιμη που σήμαινε κάθε στιγμή το τέλος. Ο γιος της Κωνσταντίνος Ασπιώτης, αρχικά αφελής και αισιόδοξος, στο τέλος ορμητικός και αμείλικτος, γύρισε το νόμισμα του χαρακτήρα και από τις δύο πλευρές. Η νύφη Μαρία Χάνου σαν ανήμερο θηρίο στο κλουβί, έρμαιο και συνώνυμο του έρωτα, της νιότης, του αίματος που κοχλάζει. Ο Λεονάρντο, Νίκος Πουρσανίδης ένα άλογο έτοιμο να σκάσει από τον καλπασμό της αναζήτησης, ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, και οι δύο μαζί η νομοτέλεια του Έρωτα που δεν αφήνει άλλη επιλογή. Η γυναίκα του Λεονάρντο, Μαριάννα Πολυχρονίδη, με την υπέροχη φωνή μοιρολογούσε τη χαμένη ευτυχία και η πεθερά Χριστίνα Τσάφου, γλυκιά συγκινητική κι ανθρώπινη προσπαθώντας να εξισορροπήσει τη σκληρότητα της μοίρας. Όλοι τους εν χορώ δεμένοι σε ένα γαϊτανάκι ζωής και θανάτου και στο κέντρο πρωταγωνιστής ένα μικρό μικρό μαχαίρι, ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια, π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει.

Της Αφροδίτης Φλώρου 30/06/22
Φιλόλογος – Ηθοποιός
Συγγραφέας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.