Η Άποψή μας για την Παράσταση “Ρόουζ”, του Martin Sherman στο “Γυάλινο Μουσικό Θέατρο”.

Το 1999 ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος Μάρτιν Σέρμαν γράφει το “Ρόουζ”, έναν γυναικείο μονόλογο, που ασχολείται με τα παθήματα μιας Ουκρανο-Εβραίας, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κι έως τα τελευταία χρόνια της ζωής της.

Ο Σέρμαν, Εβραϊκής καταγωγής και ο ίδιος, έχει γράψει 20 θεατρικά έργα, που έχουν παιχτεί σε περισσότερες από 60 χώρες. Έγινε γνωστός για τη θεματολογία των έργων του, που αφορά κυρίως στο ρατσισμό, τον παραγκωνισμό και την έλλειψη διάθεσης κοινωνικής ενσωμάτωσης των μειονοτήτων, ανεξαρτήτως φύλου, τάξης, καταγωγής, θρησκείας, και λοιπών κοινωνιολογικών χαρακτηριστικών.

Η Ρόουζ, η ηρωίδα του, από μικρό κοριτσάκι έως και ηλικιωμένη πια γυναίκα, κατάφερε να βιώσει μεγάλους κατατρεγμούς. Γενικευμένους κατατρεγμούς, από αυτούς που διαμορφώνουν ανθρώπους, συνειδήσεις και νέα πολιτικά δεδομένα. Η Ρόουζ, που αναζητά την τύχη της στην πιο πολιτισμένη Ευρώπη, που συναντά το θάνατο κατάμουτρα, που ψάχνει το κοριτσάκι της στα αποκαίδια της Βαρσοβίας… Η γυναίκα, που έζησε τον έρωτα, τον πόλεμο και τον πόνο, ταυτόχρονα, ανάμεσα σε εκατομμύρια γυναίκες σ΄ ολόκληρο τον κόσμο.

Και μαζί με τη Ρόουζ, συμμετέχουμε κι εμείς στο αληθινό δράμα της Εβραίας, που θυμάται αμυδρά τα πολεμικά γεγονότα της Ρωσίας των αρχών του 20ού αιώνα, που επιζεί του Ναζιστικού Ολοκαυτώματος και που αναστήνεται με την ελπίδα επιστροφής στην άγνωστη – μέχρι εκείνη τη στιγμή – Πατρίδα. Η προσπάθεια, όμως, επιστροφής του κύμματος προσφύγων προς την Παλαιστίνη ανακόπτεται και η Ρόουζ καταλήγει στην Αμερικάνικη Ανατολή, τη Γη της Επαγγελίας…

Ο σκηνοθέτης Νίκος Καραγεώργος τοποθέτησε την ηρωίδα του Σέρμαν ακριβώς στο μέσον της σκηνής. Της “επέτρεψε” να ερμηνεύσει – ήπια και χαλαρά – όλα τα γεγονότα του βίου της, μέσα από αφελείς αλλά κι εκλογικευμένες, απλοϊκές αλλά κι εκφιλοσοφημένες αναλύσεις, με γνώσεις αποκτηθείσες από την έκθεσή της στην ταλαιπωρία και τις δοκιμασίες, τα βιώματα και τα διαρκή ερεθίσματα. Με δυνατές συναισθηματικές εκρήξεις, περισσότερο για τους έρωτές της και τη δύναμη της ψυχής της, παρά για τα αδυσώπητα χτυπήματα, που δέχτηκε στη ζωή της. Χωρίς φλυαρίες και με αρκετές απαραίτητες παύσεις, για να δώσει ένταση στα εξομολογούμενα και να διατηρήσει το κλίμα συγκρατημένα συγκινησιακό, προς αποφυγήν πάσης υποψίας ψεύτικου μελοδραματισμού και πλασματικής αγωνίας.

Δεν μπορώ και δε θέλω να κρίνω – εγώ προσωπικά – τις υποκριτικές ικανότητες της κ. Μπεμπεδέλη. Αυτό που μπορώ να κάνω, όμως, είναι να βεβαιώσω ότι η ίδια πρέπει να ένοιωθε εξαιρετικά άνετα στο χαρακτήρα της Ρόουζ, γιατί αυτό πλημμύριζε με φυσικότητα τη σκηνή. Πολύ επικοινωνιακή, κοίταζε τον κόσμο κατάματα στις πρώτες σειρές κι ένοιωθες την “υποκριτική της ειλικρίνεια και αυθεντικότητα” και τον κεκαλυμένο αλλά αμείωτο συναισθηματισμό της. Έπεισε ως σπουδαία raconteuse μιας σειράς ιστορικο-πολιτικών γεγονότων, μέσα από τα μάτια του άβγαλτου στην αρχή κοριτσιού και της ώριμης, στη συνέχεια, γυναίκας. Περιέγραψε δε, τις “πικάντικες” σκηνές της ζωής της με πολύ χιούμορ και υποκριτική νοημοσύνη, που σε κάθε άλλη περίπτωση ενδεχομένως να χαρακτηρίζονταν χυδαίες και αποκρουστικές για μια κυρία της ηλικίας της. Μετά βεβαιότητος, η ερμηνεία της κ. Μπεμπεδέλη υπερέβη ευχάριστα τα όρια του κειμένου!

Το σκηνικό του Δημήτρη Δήμα πολύ λιτό, αλλά εύστοχο, με τον συμβολικό τοίχο στο background, ως ιστορική μαρτυρία και τα χεράκια να “αγγίζουν” την ελευθερία… Ένας πάγκος, τρία κεριά κι ένα επίσης συμβολικό μικρό μανουάλι, όλα δημιούργησαν το εννοιολογικό πλαίσιο της παράστασης. Και η ηρωίδα καθισμένη να μονολογεί πενθώντας… Ή να πενθεί μονολογώντας για το επαναλαμβανόμενα δυσοίωνο μοτίβο της ζωής της. Μέσα στο γκρίζο συντηρητικό της φόρεμα (δημιουργία της Λούλας Φίλιου) και τα παπούτσια (του Πάρη Ψάφου), που πολύ παρέπεμπαν στα κουστούμια των στρατοπέδων συγκέντρωσης… Εξαιρετικός και ο φωτισμός του ιδίου του σκηνοθέτη, σχεδόν κάθετος στη φιγούρα της πρωταγωνίστριας, για να αναδεικνύει τις εκφράσεις του προσώπου της και να τονίζει τα υπέροχα βαθιά εκφραστικά μάτια της. Η μουσική του Νίκου Σπηλιώτη και η video art του Χρήστου Καρτέρη συμπλήρωσαν κατάλληλα το σετ.

Τέλος, θά΄θελα να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στο πρόγραμμα της παράστασης, τη γενική επιμέλεια του οποίου είχε ο σκηνοθέτης Νίκος Καραγεώργος, με τα υπέροχα μαυρόασπρα κοντινά ενσταντανέ της Δέσποινας Μπεμπεδέλη, τα πάμπολλα χρήσιμα ιστορικά στοιχεία και το απαραίτητο γλωσσάρι των εβραϊκών όρων.

Εκείνο το βράδυ, η κ. Μπεμπεδέλη μαγνήτισε κι απορρόφησε το βλέμμα μας και μονοπώλησε την προσοχή και τη σκέψη μας… Σε μια παράσταση – ψυχικό άθλο, που άγγιξε τα 100 λεπτά.
Παρακαλώ πολύ, μη χαραμίσετε τη θεατρική διέξοδό σας σε κάτι λιγότερο πνευματικά σημαντικό και ψυχικά χρήσιμο!

Πληροφορίες για την παράσταση:
http://quintatheater.blogspot.com/2019/06/martin-sherman.html

Της Βικτώριας Πέππα 7/01/2020

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.