Η Άποψή μας για την Παράσταση “Tape” του Stephen Belber στο Θέατρο “104”.

“Tape”. Ένα ωραίο σύγχρονο έργο. Πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Και στη διαφορετική ανθρώπινη ερμηνεία… Ο Αμερικανός συγγραφέας Stephen Belber σπούδασε αρχικά φιλοσοφία, αλλά φαίνεται ότι τον κέρδισαν οι σπουδές πάνω στη συγγραφή θεατρικών έργων, σ΄ένα από τα πιο γνωστά σχολεία, παγκοσμίως. Δικαιώθηκε για τις επιλογές του, μιας κι απέσπασε αρκετά βραβεία για τα έργα του. Το “Tape” αφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις τριών νέων ανθρώπων, μίας γυναίκας και δύο ανδρών, που κατά το παρελθόν συνυπήρξαν ως φίλοι, αλλά κι ως ζευγάρια. Διαχρονική ιδέα μιας και τα τελευταία χρόνια, η σωματική υπεροχή του ενός φύλου πάνω στο άλλο και η επιβολή αθέμιτης σεξουαλικής επαφής, βασανίζει ανθρώπους και προβληματίζει κοινωνίες. Όμως, τι γίνεται όταν τα πράγματα δεν εμπεριέχουν υποχρεωτικά βία; Θεωρείται σωματικός εξαναγκασμός ή απλά συναινετικό σεξ μεταξύ ενηλίκων;

Ωραίοι διάλογοι και σύνθετοι δυναμικοί χαρακτήρες. Ένα πολυκαιρισμένο συμβάν και κάπου εκεί μέσα μια τόση δα κασέτα. Πως μπορείς μετά από τόσα χρόνια να διατηρείς άσβεστο μίσος για τον καλυτερό σου φίλο και όχι μόνο αυτό, αλλά και να ηχογραφείς το παραλλήρημά του, με σκοπό τον εκβιασμό; Έντονες προσωπικότητες, άλλοτε αστείες κι άλλοτε αντιπαθείς.

Για αρχή το δίπολο επιτυχημένος – αποτυχημένος. Δύο νεαροί άνδρες, φίλοι παιδιόθεν, που η ζωή στη συνέχεια τους φέρνει αντιμέτωπους. Συναντιώνται στο δωμάτιο ενός φτηνού μοτέλ, στο Μίσιγκαν. Ο Τζον, ο Βινς και ένα τρίτο πρόσωπο, η Έιμι. Όλοι τους γνωρίζονται από το Πανεπιστήμιο. Οι δύο τελευταίοι ήταν ζευγάρι, όμως σε μία “άτυχη” στιγμή, η Έιμι κι ο Τζον συνευβρέθηκαν σεξουαλικά. Ήταν όντως βιασμός; Πώς ακριβώς ορίζεται ο βιασμός; Γιατί οι τρεις τους έχουν διαφορετική άποψη για το τί συνέβη εκείνη τη νύχτα; Κάποιος θέλει να το αποκρύψει ή όντως επικρατεί η μεταβαλλόμενη αντίληψη που προσδίδει ο χρόνος σ΄ένα γεγονός; Το παρελθόν διατηρήθηκε άσβεστο ή η κάπως απαξιωτική στάση του Τζον οδήγησε τον Βινς σ΄αυτό το σημείο; Η “κασέτα” πάντως διαψεύδει τη δεύτερη εναλλακτική.

Ο Κώστας Κάππας, ως παιδαριώδης, ανώριμος και αγενής Βινς, κατέφερε να μας μεταδώσει με πολύ χιούμορ (μαύρο κατά προτίμηση) το άγχος, την αγωνία και το μίσος τόσων ετών. Βρίσκει την ευκαιρία – και το θάρρος – να συναντηθεί με τον παλιό του φίλο. Ο προφανής λόγος είναι ότι επισκέφτηκε την πόλη για να δει την ταινία του φίλου του. Στην πραγματικότητα θέλει να τον εξαναγκάσει σε ομολογία και τελικώς να τον τιμωρήσει. Η ώριμη υποκριτική συμπεριφορά και η εκφραστικότητα του Κάππα συνταιριάζουν την εντελώς ανώριμη μετεφηβική προσχηματική στάση του Βινς, με την ατημέλητη εμφάνισή του. Αρκούντως ειρωνικός, εριστικός, προκλητικός κι – όπως φαίνεται τελικά – εμπαθής, καταφέρνει με τα ελάχιστα εφόδιά του, να παγιδεύσει τον αντίπαλό του και να τον οδηγήσει στην ομολογία. Πολύ ζωηρός, ζωντανός, γεμάτος ενέργεια, γνωρίζει ότι βρίσκεται σε θέση ισχύος και το απολαμβάνει. Μέχρι πάλι η ζωή να ανατρέψει τα σχέδιά του…

Στο ρόλο του Τζον, ο Δημήτρης Λιακόπουλος έδωσε το δικό του στίγμα στην παράσταση. Εγκρατής και πολύ μετρημένος, κρύβεται πίσω από την επαγγελματική του επιτυχία, σαφώς όμως παγιδευμένος από τις τύψεις και τις ενοχές τόσων ετών, από το κοινό παρελθόν των τριών τους. Αν και πολύ ακριβής στις κινήσεις του, ο Λιακόπουλος εκπέμπει αυτή την προσεκτικά κεκαλυμμένη αλλαζονική συμπεριφορά και τη συγκρατημένη υπεροχή του επιτυχημένου (στην παράσταση συνάδει απόλυτα προς την εξωτερική του εικόνα), η οποία γίνεται αμέσως αντιληπτή από τον – ούτως ή άλλως ανταγωνιστικό – συνομιλητή του. Κι εκεί, σε μια στιγμή αδυναμίας (κατά το κείμενο), ο Λιακόπουλος μετατρέπεται σε αγριεμένο ζώο, που προσπαθεί να διαφυλάξει τα κεκτημένα του, εξωτερικεύοντας το θυμό και το φόβο του, αγγίζοντας πια τα όρια της ψυχικής κατάρρευσης.

Τη ζωή και τους φόβους και των δύο έρχεται να απαλύνει η τρίτη της παρέας, η Έιμι. Η Εμμανουέλα Αλεξίου, ως γλυκιά, όμορφη και πολύ δυναμική Βοηθός Εισαγγελέα, εισβάλλει στο σκοτεινό δωμάτιο με τη σιγουριά και τη δυναμική μιας επιτυχημένης γυναίκας, που δε φαίνεται να κουβαλά φαντάσματα από το παρελθόν της. Η Έιμι της Αλεξίου είναι αξιαγάπητη, γοητευτική, ελκυστική και καταφέρνει άμεσα να δημιουργήσει μία ευχάριστη παρένθεση στο πρωθύστερα τεταμένο κλίμα. Πάρα πολύ ωραία απόδοση από την Εμμανουέλα Αλεξίου. Μπήκε με σοβαρότητα στο σετ, ενστερνίστηκε με αξιοπρέπεια την προσωπικότητα της Έιμι κι έχοντας αποβάλει οποιοδήποτε ίχνος ψυχικού τραυματισμού δείχνει τη χαρά της που βλέπει τους φίλους της μετά από τόσα χρόνια. Και στη συνέχεια, πολύ έξυπνα, δίνει μια βελούδινη λύση στη διαμάχη τους. Με την πρέπουσα υπευθυνότητα δε, διέψευσε πιθανές εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν στο κοινό από την υποτιθέμενη σεξουαλική επίθεση.

Κάτω από την αγωνιώδη εξεταστική του προσέγγιση, το “Tape” ερευνά πτυχές σχέσεων, πράξεων, κινήτρων, μνήμης και φυσικά αντίληψης. Μετά τις εξαιρετικά επιτυχημένες παραστάσεις “Ελιγμοί”, “Η Ζωή μου στην Τέχνη” και “La Ronde”, ο σκηνοθέτης Θοδωρής Βουρνάς (με την πολύτιμη βοηθό του Λυδία Τρυγώνη) καταπιάνεται ξανά με το αγαπημένο του θέμα· τις ανθρώπινες σχέσεις. Τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Δίνοντας όμως κάθε φορά μια νέα διάσταση των σχέσεων, άλλοτε σοβαρή, άλλοτε αστεία κι άλλοτε τρομακτική. Απαιτητική σκηνοθεσία στη συγκεκριμένη παράσταση, μιας και το θέμα είναι πολύ ιδιαίτερο και λεπτό εξ ορισμού. Είναι εξαιρετικά εύκολο να ξεφύγει στις λεπτομέρειες και να γίνει φαιδρό ή ακόμη και γελοίο. Παρ΄όλ΄αυτά, ο Βουρνάς έπεισε ότι το θέμα είναι σοβαρό και το αντικείμενο σαφώς δεν είναι μόνο η σεξουαλική κακοποίηση, αλλά κάτι βαθύτερο στις ανθρώπινες σχέσεις. Πίεσε τους δύο ανδρικούς χαρακτήρες του να βγάλουν αυτόν τον κακό τους εαυτό, που όμως – τελικά – δεν είναι και τόσο κακός, αλλά ίσως παρεξηγημένος.

Μια ωραία παραγωγή της ANDRODELY p .c. και του Ανδροκλή Δεληολάνη. Στην κύρια αίθουσα του “104”, με το ωραία διαμορφωμένο σκηνικό δωματίου μοτέλ από τον David Negrin, που αποτέλεσε το πλέον κατάλληλο σκοτεινό background (σχεδιασμός φωτισμών από τον ίδιο τον σκηνοθέτη). Ικανοποιητικά τα κοστούμια, εξαιρετική η τσάντα της Έιμι (διά χειρός του Έλληνα designer Βασίλη Μπόρση).

Χάρηκα πολύ, που για μία ακόμη φορά δεν είχα δει τη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο. Θεωρώ ότι με βοήθησε πολύ, διότι ανέπτυξα ολοκαίνουργιες εντυπώσεις και δεν είχα πιθανό αποπροσανατολιστικό σημείο σύγκρισης. Φεύγοντας από την παράσταση του Βουρνά, μου δημιουργήθηκαν πολλές σκέψεις, απορίες κι ερωτηματικά, αλλά αυτή άλλωστε δεν είναι η πεμπτουσία του καλού θεάτρου;

Της Βικτώρια Πέππα, 21/01/20

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.