Η κριτική μας για την παράσταση “Τα Αγάλματα Περιμένουν” του Ανδρέα Φλουράκη σε σκηνοθεσία Κυριακής Σπανού στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού.

Τον Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Αθήνα. Όταν επισκέπτονται το Αρχαιολογικό Μουσείο βιώνουν μία μεγάλη έκπληξη: το μουσείο είναι άδειο. Οι Έλληνες, φοβούμενοι τόσο τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς όσο και τη γερμανική εισβολή, κινητοποιήθηκαν και έθαψαν τα ανεκτίμητης αξίας αγάλματα και εκθέματα στις αυλές και κάτω από τα δάπεδα των μουσείων. Σε αυτό το, όχι τόσο γνωστό, ιστορικό συμβάν βασίστηκε η ιδέα του σπονδυλωτού έργου για μια νέα απόκρυψη των αρχαιολογικών μας θησαυρών ενόψει ενός μελλοντικού κινδύνου.

Στα Αγάλματα Περιμένουν, καθώς ο κίνδυνος εισβολής είναι προ των πυλών της χώρας, κάθε πολίτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να σώσει ένα άγαλμα. Οι αποφάσεις και οι πράξεις των χαρακτήρων του έργου είναι αντικατοπτρισμοί της στάσης τους απέναντι τόσο στην αρχαία μας κληρονομιά, όσο και στον ίδιο τους τον εαυτό. Οι αυτόνομες σκηνές της παράστασης καλούν τον θεατή να αναρωτηθεί τι θα έκανε αν σε περίπτωση μελλοντικού πολέμου ζητηθεί από τους πολίτες της χώρας να κρύψουν τα αγάλματα. Η αρχαιότητα εξακολουθεί να μας αφορά ή έχουμε αποκτήσει καινούργιες αξίες; Πόσο έχουν αλλάξει οι άνθρωποι μέσα σε ογδόντα χρόνια; Τι θα διασώζαμε σε περίπτωση κινδύνου; Διαβάζουμε στο κείμενο του Φλουράκη στην πλατφόρμα Artic: «Αν γινόταν πόλεμος αύριο θα μας ένοιαζε καθόλου το μέλλον των αρχαιοτήτων μας; Ή θα τρέχαμε στα ATM, θα ετοιμάζαμε βαλίτσες για το εξωτερικό, θα αγοράζαμε γάλατα και χαρτιά υγείας, θα κάναμε πλιάτσικα σε μαγαζιά και μουσεία και θα διοχετεύαμε τον φόβο μας στο μίσος προς τον άλλον, κατά προτίμηση διαφορετικό από εμάς, συνάνθρωπο;» (Πηγή: https://artic.gr/andreas-floyrakis-agalmata-perimenoun/ )

Ο Ανδρέας Φλουράκης, αφήνοντας στην άκρη τα ιστορικά γεγονότα, γράφει μία μαύρη κωμωδία με διάθεση σαρκαστική, αλλά και ποιητική. Η γλώσσα του είναι πλήρως εναρμονισμένη με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και έτσι καταφέρνει να κάνει τα Αγάλματα όχι απλώς να μιλήσουν, αλλά να γίνουν ψυχολογικά κατανοητά στον θεατή. «Αν ήθελα να φύγω, θα μπορούσα κι από μόνο μου. Λένε πως ανήκω στο μουσείο. Εγώ ανήκω στον εαυτό μου. Αφήστε με στη θέση μου. Είμαι εδώ γιατί το θέλω εγώ». Σημαίνουν, άραγε, κάτι τα αγάλματα για τους επισκέπτες των μουσείων, τους υπαλλήλους καθαριότητας, τα νεαρά αγόρια και κορίτσια που διασκεδάζουν μέχρι πρωίας σε κάποιο μαγαζί της παραλιακής μέχρι το επόμενο lockdown; Το έργο επιχειρεί να ερευνήσει τη σχέση μας με την πολιτισμική μας κληρονομιά συνδυάζοντας την παραδοξότητα, τις σπινταριστές ατάκες, το άγριο χιούμορ και την βαθειά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Είναι μία συνταγή ανοίκεια που πετυχαίνει, καθώς είναι τολμηρή, τόσο αληθινή και απρόσμενη.

Το Θεσσαλικό Θέατρο πρωτοανέβασε πέρσι το καλοκαίρι την παράσταση Τα Αγάλματα Περιμένουν, η οποία ύστερα από περιοδεία δύο καλοκαιριών στην Ελλάδα, με επιπλέον σταθμό το 8ο Βαλκανικό Φεστιβάλ στην Προύσα της Τουρκίας, έφτασε αυτόν τον μήνα στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού. Ελάχιστοι Έλληνες εν ζωή συγγραφείς έχουν καταφέρει να δουν έργο τους σε αυτό το εμβληματικό θέατρο, ο τελευταίος συγγραφέας που γνωρίζουμε ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, όταν το 2002, σε ηλικία περίπου 80 χρόνων, είδε το έργο του «Μια Κωμωδία» να παίζεται εκεί.

Η απόφαση της Κυριακής Σπανού να σκηνοθετήσει αυτό το έργο είναι μια απόφαση καλλιτεχνικά τολμηρή, όσο και η καλοκουρδισμένη σκηνοθεσία της. Όποιοι θεατές εκείνο το Σάββατο στο Ηρώδειο περίμεναν να δουν ένα διδακτικό θέαμα πάνω σε ιστορικό θέμα, σίγουρα δεν το είδαν. Αυτό που παρακολούθησαν ήταν μια ερευνητική παράσταση υψηλής αισθητικής που θα μπορούσε να είναι κομμάτι ενός ευρωπαϊκού φεστιβάλ. Η σκηνοθεσία της Κυριακής Σπανού εστιάζει στα ερωτήματα που θέτει το έργο, και πατώντας στο κείμενο θέτει και τα δικά της. Συμπεριλαμβάνει μάλιστα στην αρχή της παράστασης documentary υλικό, κάτι που «κλωτσάει λίγο» λόγω υφής λογοτεχνικής, αλλά ευτυχώς δεν κρατάει πολύ. Αμέσως μετά, η σκηνοθέτιδα, παραδίδεται στις δράσεις του έργου και μας παραδίδει ένα εικαστικό σύμπαν όπου τον πρώτο λόγο έχουν τα ανθρωποποιημένα αγάλματα στο κέντρο μιας απάνθρωπης πραγματικότητας που τα περιβάλλει. Τέλος, στα υπέρ της Σπανού και φυσικά του Φλουράκη είναι και η ίδια η επιλογή της απόκρυψης των αγαλμάτων ως θέμα έργου. Υποψιαζόμαστε πως δεν είναι το πιο ανώδυνο θέμα να ασχοληθεί κανείς στην Ελλάδα του σήμερα, καθώς μπορεί να δημιουργήσει ανεπιθύμητες για πολλούς συνδέσεις και αναγωγές με το εδώ και τώρα. Ελπίζουμε, πάντως, να δούμε και άλλες συνεργατικές δουλειές αυτών των δύο ιδιαίτερων καλλιτεχνών στο μέλλον.

Οι ηθοποιοί Θανάσης Ζέρβας, Χριστίνα Βράκα, Χρήστος Κορδελάς, Μαρσέλα Λένα, Αναστασία Μπρουζιώτη, Αθηνά Σακαλή, Ηρακλής Τζαφέτας, Παναγιώτης Τόλιας δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και αλλάζουν ρόλους με άνεση, ρυθμό και σιγουριά. Ξεχωρίζουμε την Μαρσέλα Λένα που με άνεση μπαινοέβγαινε σε διαφορετικούς δύσκολους ρόλους και τον έμπειρο ηθοποιό Θανάση Ζέρβα, ο οποίος έδωσε μια δυνατή ερμηνεία ως γηραιός αρχαιολόγος. Το μεταμοντέρνο σύμπαν του έργου υποστήριξε το λειτουργικό σκηνικό της Άσης Δημητρολοπούλου, η οποία επιλέγοντας την πολυεπίπεδη σκηνική αναπαράσταση ενός σκάμματος επέτρεψε στους ηθοποιούς να κινηθούν προς όλες τις κατευθύνσεις και στους θεατές να αισθάνονται μέρος του ευρύτερου σκηνικού χώρου. Οι ευφάνταστοι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου (ο οποίος είχε φωτίσει και το «Πείραμα» στο Μέγαρο Μουσικής πριν τρία χρόνια που είχε σκηνοθετήσει, τότε, ο Φλουράκης) καθώς και τα εντυπωσιακά κοστούμια της Ολυμπίας Σιδερίδου συμβάλλουν στην υπερβατική συνομιλία ανθρώπων-αγαλμάτων και δένουν αρμονικά το όλο εγχείρημα. Η Αναστασία Μπρουζιώτη, η οποία από φέτος έχει προστεθεί στο υποκριτικό δυναμικό της παράστασης, επιμελείται την κίνηση των ηθοποιών, η οποία απέχει μακράν από τις συνηθισμένες χορογραφικές επιλογές. Η τόσο ταλαντούχα Δεσποινίς Τρίχρωμη υπογράφει τη μουσική επιλέγοντας ήχους με πολλά μπιτ. Την παράσταση συνόδεψε και η τόσο όμορφη έκδοση του έργου σε βιβλίο από την Κάπα Εκδοτική.

Τα Αγάλματα Περιμένουν στο Ηρώδειο ήταν μία ανανεωτική παράσταση, η οποία ορμώμενη από ένα ιστορικό γεγονός, άγνωστο σε πολλούς, διερεύνησε τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα και μας έκανε να αναρωτηθούμε τι κάνουμε εμείς μαζί σήμερα. Άραγε υπάρχει αυτό το «εμείς μαζί» σήμερα;

Της Κατερίνας Δημητρακοπούλου, 21/09/21
Πολιτιστικός συντάκτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.