Συνέντευξη – Γιώργος Καπουτζίδης

καπουτζίδηςΜετά από μια επιτυχημένη πορεία στο χώρο της παρουσίασης και έχοντας δημιουργήσει τηλεοπτικές σειρές πολύ αγαπητές στους τηλεθεατές, περνά στη φάση της θεατρικής συγγραφής. Είναι από τις πιο δημοφιλείς προσωπικότητες στην Ελλάδα και ενώ ασχολήθηκε στο παρελθόν με τη διασκευή ξένων μιούζικαλ, δεν είχε επιχειρήσει ξανά να γράψει ένα δικό του θεατρικό κείμενο. Οι επιπλέον συστάσεις νομίζω πως περιττεύουν όταν μιλάμε για τον Γιώργο Καπουτζίδη.

– Φέτος παρουσιάζετε την πρώτη σας θεατρική δουλειά με τίτλο «Όποιος θέλει να χωρίσει… να σηκώσει το χέρι του!». Τι πραγματεύεται το έργο;
Θα έλεγα ότι μοιάζει με ερωτική κομεντί, αλλά ίσως είναι αρκετά πιο αστεία από μία κομεντί γιατί πολλές φορές το αστείο κυριαρχεί σε σχέση με το συναισθηματικό – που κι αυτό βέβαια υπάρχει πολύ έντονο. Ερωτική κωμωδία λοιπόν, άρα μιλάει για τις σχέσεις και τα αδιέξοδά τους, για τους έρωτες, για τη δυσκολία να γίνονται σχέσεις αυτήν την περίοδο ή και την ευκολία – που καταλήγει τελικά να είναι ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία -, για τη μοναξιά μας και το πώς τη διαχειριζόμαστε. Βρισκόμαστε μία μέρα πριν από το γάμο. Θα έλεγα ότι ο κεντρικός πυρήνας είναι τρεις φίλες η Δήμητρα, η Κική και η Νατάσα και μία μέρα πριν το γάμο της Νατάσας φτάνει στο σπίτι της Δήμητρας η Κική, που είναι κουμπάρα, για να ανακοινώσει ότι χωρίζει με τον άνδρα της επειδή την απάτησε. Λίγη ώρα μετά καταφθάνει και η Νατάσα (η νύφη της επόμενης μέρας) που ανακοινώνει ότι θέλει να χωρίσει γιατί αισθάνεται ότι αυτός ο γάμος είναι λάθος και ότι μέσα σ’ αυτές τις συμβάσεις της κοινωνίας με τους γάμους κτλ. δεν μπορεί να προσαρμοστεί τόσο εύκολα. Ύστερα καταφθάνει κι άλλος κόσμος στο σπίτι, πρώην, νυν, εραστές κι από ‘κει λοιπόν αρχίζει και ξετυλίγεται κάτι: αυτό που πολλές φορές το κρατάμε κρυφό από τον εαυτό μας και δεν το αποκαλύπτουμε στους άλλους, στο σύντροφό μας, ίσως ούτε και στον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτό το βράδυ όλοι οι άνθρωποι αρχίζουν και λεν τα μυστικά τους. Το ξημέρωμα θα τους βρει τελείως διαφορετικούς, σε τελείως διαφορετική κατάσταση από αυτή που ήταν πριν ξεκινήσει αυτή η νύχτα. Σε όλους τους ανθρώπους συμβαίνει ταυτόχρονα μια αλλαγή λες και είχε μια φοβερή πανσέληνο.

– Είπατε για τις τρεις φίλες που πρωταγωνιστούν στην παράσταση και παρατηρώ ότι τρεις ήταν και οι πρωταγωνίστριες στις «Σαββατογεννημένες», όπως τρεις ήταν και οι γυναίκες στην ομάδα του «Παρά Πέντε».
Ναι, πράγματι η πρώτη μου θεατρική με την πρώτη μου τηλεοπτική δουλειά έχουν κοινά, αν το σκεφτείς. Κι εδώ έχουμε τρεις γυναίκες όπως κι εκεί είχαμε τρεις γυναίκες. Κι εδώ έχουμε την Κατιάνα την αγαπημένη μου, όπως κι εκεί. Μπορεί να μου πήγε γούρι λοιπόν στην τηλεόραση οπότε να συνέχισα το ίδιο και στο θέατρο. Απλά αισθάνομαι ότι αυτό που έχει γίνει τώρα σε αυτή τη δουλειά είναι ότι έχω εστιάσει πολύ περισσότερο στους ανδρικούς χαρακτήρες που πάντα τους είχα κάπως στο περιθώριο. Ναι μεν είναι πιο μεγάλοι οι γυναικείοι, αλλά αυτή τη φορά επένδυσα στην ψυχοσύνθεση του ανδρικού χαρακτήρα και χαίρομαι γι’ αυτό. Νομίζω ότι με εξελίσσει κι εμένα σαν συγγραφέα, σαν σεναριογράφο.

– Μέσα από τις σειρές που έχετε κάνει φαίνεται μια βαθιά πίστη σε ορισμένες αξίες όπως η φιλία, η πίστη, η προσήλωση σε έναν στόχο, η δικαιοσύνη, η αισιοδοξία. Το θεατρικό σας έργο είναι πλασμένο με αυτά τα υλικά;
Νομίζω ναι. Αυτά τα υλικά είναι πράγματα που με συνοδεύουν ούτως ή άλλως μια ζωή ολόκληρη, οπότε πάνω κάτω από αυτά τα υλικά θα προσπαθώ να πλάθω τις ιστορίες μου. Όχι θα προσπαθώ, θα πλάθονται αυτόματα οι ιστορίες μου. Πιστεύω σε όλα αυτά. Πιστεύω στο σεβασμό, πιστεύω στην εκτίμηση ανάμεσα στους ανθρώπους, στην αλληλεγγύη και θέλω να δείχνω το καλό αυτών των χαρακτηριστικών όπως επίσης και το πόσο καταστροφική μπορεί να είναι η έλλειψή τους.

– Πώς προέκυψε ο τίτλος;
Ειλικρινά δεν ξέρω πώς τον επέλεξαν, γιατί εγώ δε φημίζομαι για τους τίτλους που βγάζω. Αρχικά νόμιζα ότι δε θα αρέσει σε κανέναν και όπου και να το έλεγα όλοι είχαν μέτριες αντιδράσεις. Έλα όμως που άρεσε στον παραγωγό μας τον Πάνο Κατσαρίδη των Θεατρικών Σκηνών. Του λέω «Πάνο αλήθεια;». «Ναι, μου αρέσει πάρα πολύ, μην το αλλάξεις» μου είπε. Εμένα μου φαινόταν χαριτωμένος, αλλά φοβόμουν μήπως κάποιος θεωρήσει ότι έχει αρνητική έννοια γιατί έχει μέσα τη λέξη «χωρίζω». Τελικά όμως μας πήγε μια χαρά.

καπουτζίδηςΊσως ισορροπείται από το δεύτερο σκέλος, το «να σηκώσει το χέρι του» που ακούγεται πιο κωμικό.
Ναι κι επίσης νομίζω ότι αρέσει πολύ το ότι τους δίνουμε την δυνατότητα να επιλέξουν αν θέλουν να χωρίσουν ή όχι, ποιος ξέρει. Ίσως και να ισορροπείται όντως.

– Έχετε δηλώσει πως στην παράσταση χρησιμοποιήσατε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία παρ’ όλο που δεν συζητάτε δημοσίως για την προσωπική σας ζωή. Αυτό το κάνατε για να μιλήσετε για πράγματα που δεν θέλετε να εκθέσετε ως βορά στα τηλεοπτικά μέσα αλλά θέλατε να τα επικοινωνήσετε και να τα εκφράσετε;
Την προσωπική μου ζωή όντως δεν τη συζητάω στην τηλεόραση γιατί δεν θέλω να γίνεται θέμα συζήτησης την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Μου φαίνεται πάρα πολύ περίεργο άνθρωποι που δεν ξέρουν άλλους ανθρώπους να μπαίνουν στη διαδικασία να συζητήσουν την προσωπική τους ζωή και μάλιστα δημοσίως. Είναι κάτι τελείως πέρα από την ιδεολογία μου και την αισθητική μου. Δεν εκτιμώ καθόλου τους ανθρώπους που το έχουν κάνει δουλειά και ζουν απ’ αυτό. Λυπάμαι που το λέω. Το να είμαστε δύο ή τρεις άνθρωποι σε ένα σπίτι και να πούμε ότι «έμαθες, η τάδε έκανε αυτό» οκ, το καταλαβαίνω. Είναι προστατευμένο μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού. Δεν είναι ό,τι καλύτερο να κουτσομπολεύεις τον άλλον, αλλά τουλάχιστον υπάρχει μία προστασία. Το να βγαίνουν άνθρωποι και να συζητάνε στην τηλεόραση άλλους ανθρώπους για τα προσωπικά τους, αν χώρισαν, αν τα φτιάξανε, αν είναι ευτυχισμένοι, αν δεν είναι, πώς περνάνε μέσα στη σχέση τους, ε δεν το χωράει το κεφάλι μου. Δεν θέλω να μου συμβεί ποτέ. Εάν όμως μου συμβεί, δεν ξέρω κι εγώ πώς θα αντιδράσω. Από ‘κει και πέρα δεν ζω καθόλου κρυφά, δε ζω καθόλου φοβισμένα, δε ζω καθόλου μετρημένα. Τη ζω την προσωπική μου ζωή, κυκλοφορώ έξω στο δρόμο, δεν έχω κάποια καταπίεση ή κάποιο κράτημα. Οπότε δεν είναι ότι το έγραψα επειδή αισθανόμουν ότι έχω σκάσει και θέλω να πω κάποια πράγματα. Το έγραψα γιατί πολύ φυσικά κάπως έτσι μιλάω για την προσωπική μου ζωή στους φίλους μου, έτσι τη ζω. Ελευθέρα. Έχει μία ελευθερία αυτό το έργο και νομίζω ότι μιλάει και γι’ αυτό τελικά. Για το δικαίωμα που έχουμε να κάνουμε ελεύθερα την επιλογή που θέλουμε στη ζωή μας. Θέλουμε να είμαστε με κάποιον, δε θέλουμε να ‘μαστε, θέλουμε να σηκωθούμε και να πάμε να ζήσουμε κάπου μόνοι μας; Ό, τι κι αν είναι αυτό, ας έχουμε την ελευθερία να το επιλέξουμε. Αυτό λέει η παράσταση στην ουσία.

– Αισθάνεστε ότι το θέατρο σας δίνει περισσότερες ελευθερίες απ΄ ό, τι η τηλεόραση;
Ίσως τελικά ναι. Κι έχει μία ωραία συμμαχία και συμφωνία με το κοινό – είναι σαν να λέμε «ελάτε παιδιά εσείς εδώ οι τετρακόσιοι, να πούμε μια ωραία ιστορία». Αυτό. Και δε θα παρέμβει κανένας, δε θα τη διακόψει κανείς και δε θα τη συζητήσει κανένας σε άλλο μέσο έχοντας δει τη μισή ή έχοντας δει ένα απόσπασμα, όπως γίνεται πολλές φορές στην τηλεόραση. Έχει μια ελευθερία κι έχει και περισσότερη προσοχή, περισσότερη προσήλωση του θεατή απέναντί σου και προς αυτό που έχεις φτιάξει, προς τους ηθοποιούς, προς την παράσταση. Μου αρέσει πολύ αυτό.

Μα είναι και εντελώς διαφορετική η συνθήκη. Στο θέατρο δεν έτυχε να έρθουν να δουν την παράσταση, έρχονται συνειδητοποιημένα. Πληρώνουν ένα εισιτήριο, αφήνουν τη βολή τους, μπαίνουν σε ένα μεταφορικό μέσο.
Ναι, ακριβώς. Δεν είναι κάτι που παίζει κάπου από πίσω στην τηλεόραση και απλά έτυχε να το παρακολουθήσουν.

– Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθήσατε στη συγγραφή του έργου;
Η διαδικασία που ακολουθώ πάντα είναι μία απομόνωση και μία μοναστική ζωή. Απομονώνεσαι σε ένα δωμάτιο με τον υπολογιστή σου, αφήνεις ό, τι άλλο έχεις από εκκρεμότητες, από δουλειές, κλείνεσαι λίγο στον κόσμο σου και κάθεσαι και λες την ιστορία σου. Αυτή είναι η διαδικασία, αυτές είναι οι συνθήκες που πρέπει να δημιουργήσω εγώ τουλάχιστον για να γράψω. Από ‘κει και πέρα σαν δομή δε με δυσκόλεψε τόσο, από την άποψη ότι ούτως ή άλλως αποφάσισα πως όλο αυτό θέλω να γίνει μέσα σε ένα βράδυ. Κατά κάποιο τρόπο έγραφα και μετρούσα την ώρα αντίστροφα έτσι όπως το διάβαζα. Αν υποθέσουμε ότι ξεκινάνε δυόμιση, τι ώρα έχει πάει τώρα; Σε κάποια φάση σκεφτόμουν μήπως υπάρχει και κάποιο ρολόι στη σκηνή.

καπουτζίδης

– Σας δυσκόλεψε η μετάβαση από την τηλεοπτική στη θεατρική δομή;
Από τη στιγμή που όλα γίνονται μέσα σε ένα βράδυ και επειδή είχα διαβάσει ούτως ή άλλως θέατρο – αυτή είναι και η εκπαίδευσή μου – βρήκα εύκολα τη θεατρική δομή και δε σκέφτηκα ότι εγώ είχα συνηθίσει άλλο τρόπο γραψίματος στην τηλεόραση και εδώ είναι άλλο. Δεν με δυσκόλεψε αυτό. Γιατί είναι και το έργο έτσι που ρέει μέσα σε ένα βράδυ. Δεν έχει πολλές διαφορετικές τοποθεσίες, αλλαγές σκηνών κτλ. Όλα γίνονται μέσα σε ένα σπίτι, οπότε είναι μία ιστορία την οποία τη βιώνεις, τη ζεις, την αφηγείσαι μέσα σε μια νύχτα.

– Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε και με τη σκηνοθεσία του κειμένου;
Δεν το είχα κάνει ποτέ. Θεώρησα ότι αυτό είναι ένα καλό βήμα και άξιζε να το προσπαθήσω πρώτη φορά σε ένα δικό μου έργο. Ούτως ή άλλως όταν έγραφα πάντοτε έκανα μες το μυαλό μου την εικόνα του πώς μπορεί να είναι κάποια πράγματα. Στην τηλεόραση απαιτούνται κάποιες δύσκολες και πολυσύνθετες τεχνικές γνώσεις οπότε δε θα μπορούσα να αναλάβω μια τηλεοπτική σκηνοθεσία χωρίς να γνωρίζω βασικά πράγματα για τις κάμερες, για τις γωνίες κτλ. Στο θέατρο η σκηνοθεσία δεν έχει τέτοια τεχνικά ζητήματα, οπότε αισθάνθηκα ότι είναι κάτι το οποίο μπορώ να κάνω. Το να καθοδηγήσω έναν ηθοποιό ως σκηνοθέτης είναι κάτι που ήξερα να το κάνω ούτως ή άλλως.

Άλλωστε ο πρώτος σκηνοθέτης είναι ο συγγραφέας.
Ναι, ναι. Οπότε δε δίστασα. Είναι δύσκολο, είναι κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ, αλλά ήμουν αισιόδοξος ότι θα πάνε καλά τα πράγματα.

– Σκέφτεστε να ασχοληθείτε περισσότερο με τη σκηνοθεσία;
Σκέφτομαι ότι και την επόμενη ιστορία που θα έγραφα, θα ήθελα να τη σκηνοθετήσω. Δεν σκέφτομαι αυτή τη στιγμή να σκηνοθετήσω έργα που δεν είναι δικά μου, να αναλάβω μια σκηνοθεσία σε κάποιο άλλο θέατρο ας πούμε. Ίσως γιατί μ’ αρέσει πολύ το να έχω αρχή, μέση, τέλος στην ιστορία μου. Δηλαδή να είμαι εγώ αυτός ο οποίος θα την γράψει, θα τη σκηνοθετήσει και θα την ενορχηστρώσει.

-Αρκετοί συγγραφείς έχουν σκηνοθετήσει δικά τους έργα.
Ναι. Δυσκολεύεσαι να απαρνηθείς το παιδί σου. Αφού το γράψεις δε θέλεις να το δώσεις κάπου αλλού, θες να το μεγαλώσεις εσύ.

– Αυτό το ξεκίνημα είναι η αρχή μιας αμιγώς θεατρικής πορείας;
Είναι η αρχή σίγουρα μιας πορείας η οποία θα έχει και πολύ θέατρο, θα έχει και πολύ γράψιμο. Ότι μπορεί να γράψω για κάποιο άλλο μέσο, για τον κινηματογράφο, για την τηλεόραση, φυσικά και μπορεί να το κάνω. Αυτό που όμως σίγουρα ξεκινάει είναι η περίοδος της συγγραφής. Θέλω να γράψω. Θέλω να ασχοληθώ πολύ με το γράψιμο, γι’ αυτό και σταμάτησα την παρουσίαση. Δεν έχω σκοπό να συνεχίσω με την παρουσίαση.

– Δηλαδή τέλος οριστικά;
Ναι, πέρα από μια αθλητική εκπομπή που έχω αναλάβει και που προϋπήρχε κιόλας του γραψίματος. Αν και βέβαια, δεν είναι και τόσο παρουσίαση. Όταν τη δείτε θα καταλάβετε γιατί το λέω. Η παρουσίαση των shows, των παιχνιδιών κι όλα αυτά, είναι κάτι το οποίο θέλω να το αφήσω πίσω για να συγκεντρωθώ στο γράψιμό μου. Είναι η αρχή λοιπόν μιας τέτοιας πορείας που έχει να κάνει με ιστορίες, με διήγηση, με συγγραφή.

καπουτζίδης

– Με δημιουργία δηλαδή, τόσο συγγραφικά όσο και σκηνοθετικά. Με το κομμάτι της υποκριτικής σκοπεύετε να ασχοληθείτε;
Δε μου έχει λείψει φέτος καθόλου, να πω την αλήθεια. Άμα μου λείψει, άμα θελήσω, θα το κάνω. Δεν είναι ότι έχω κάποιο κράτημα ή ότι έχω κάποια άρνηση ή ότι έχω πάρει κάποια απόφαση να μην ξαναπαίξω. Όχι, δεν ισχύει αυτό. Αν θελήσω θα το κάνω, αλλά αυτή τη στιγμή, το καλοκαίρι που μας πέρασε, δεν το είχα καθόλου. Από τότε που ξεκίνησα να γράφω το έργο, δεν υπήρξε στιγμή σε αυτή τη διαδικασία που να σκέφθηκα «μωρέ μήπως να παίξω κι εγώ;». Ήθελα να μείνω προσηλωμένος στο γράψιμό μου και στην απόφαση που είχα πάρει να σκηνοθετήσω αυτήν την παράσταση. Όταν μου ‘ρθει, θα με ξαναδείτε.

– Πώς βλέπετε το θέατρο στην Ελλάδα; Παρακολουθείτε φαντάζομαι θεατρικές παραστάσεις.
Παρακολουθώ και ειδικά φέτος πολύ, γιατί ήρθαν πολλοί φίλοι στην πρεμιέρα μου και θέλω να πάω κι εγώ στις δικές τους πρεμιέρες. Δεν έχω και γυρίσματα οπότε μπορώ να πηγαίνω. Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι το θέατρο είναι πραγματικά μια πολύ ωραία έξοδος και μπορείς να βρεις πολύ ωραίες παραστάσεις. Και λέω πολύ ωραία έξοδος γιατί δεν θέλω να μιλήσω σαν επαγγελματίας του θεάτρου. Θέλω να απευθυνθώ περισσότερο στους αναγνώστες που είναι οι θεατές αλλά και σε άλλους ανθρώπους που ίσως πέσει στα χέρια τους αυτή η συνέντευξη. Θέλω να τους πω ότι ειλικρινά αξίζει τον κόπο. Να φύγεις από το σπίτι, να πας κάπου, να δεις μια ωραία παράσταση, να βγεις μετά να συζητήσεις γι’ αυτήν. Είναι πολύ όμορφη διαδικασία. Και βγαίνει κερδισμένος ο θεατής. Οπότε για το θέατρο έχω να πω μόνο καλά. Για το θέατρο στην Ελλάδα επίσης έχω να πω μόνο καλά. Γιατί είναι πολλές οι παραστάσεις μας, για όλα τα γούστα, έχουμε ωραίους ηθοποιούς, ωραίους σκηνοθέτες, ωραία ματιά, επενδύουμε στο θέατρο, γίνονται ωραίες παραγωγές. Είναι πολύ σημαντικά πράγματα αυτά. Αυτό το οποίο ήθελα και ίσως εδώ είχαμε μια μικρή έλλειψη, είναι μία ποπ παράσταση με ποιότητα, λίγο πιο ευρωπαϊκή ίσως. Και νιώθω ότι αυτό κάναμε εδώ στο θέατρο Ήβη. Είναι ένα έργο το οποίο γράφτηκε από Έλληνα, διαδραματίζεται στην Αθήνα και ωστόσο είναι μια ιστορία η οποία έτσι όπως έχει γραφτεί θα μπορούσε ωραιότατα να πει κάποιος ότι είναι μια κωμωδία που μας ήρθε απ’ έξω και μεταφράστηκε. Μου το ‘χουν πει αρκετοί άνθρωποι αυτό και χαίρομαι. Έχει έναν πιο διεθνή, πιο ευρωπαϊκό χαρακτήρα.

– Όταν πηγαίνετε στο εξωτερικό παρακολουθείτε θεατρικές παραστάσεις;
Έχω δει στο Λονδίνο, έχω δει και στη Νέα Υόρκη. Μιούζικαλ κυρίως έχω δει, που κάνουν συγκλονιστικές δουλειές. Μου αρέσει να βλέπω. Κι εγώ δηλαδή ως τουρίστας πια το επιλέγω όταν πάω κάπου έξω και βλέπω παράσταση.

– Σε τι πιστεύετε ότι διαφέρουν από τις ελληνικές παραγωγές;
Κοιτάξτε, τώρα μη συγκρίνουμε τα μιούζικαλ που κάνουν έξω στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο – είναι τεράστιες οι παραγωγές. Όχι ότι δε γίνονται κι εδώ πολύ μεγάλες παραγωγές. Γίνονται, αλλά θα γίνουν δύο ή τρεις τη χρονιά ας πούμε, ενώ εκεί όλα τα μιούζικαλ είναι υπερπαραγωγές. Νομίζω ότι τα ‘χουμε πάει πολύ καλά τα τελευταία χρόνια και πως έχουμε καλύψει το χαμένο έδαφος σε όλες τις τεχνικές κατηγορίες. Επίσης νομίζω ότι έχουμε ανακαλύψει ηθοποιούς που τραγουδάνε εξαιρετικά και συγχρόνως αρχίσαμε να εκπαιδεύουμε νέα γενιά ηθοποιών οι οποίοι επενδύουν στο τραγούδι, στο χορό, στην υποκριτική. Γιατί αυτό έξω το είχαν πολλά χρόνια πριν ενώ εμείς υστερούσαμε νομίζω σ’ αυτό το κομμάτι. Τώρα βγαίνουν νέα παιδιά τα οποία έχουν σπουδάσει χορό, έχουν σπουδάσει τραγούδι, υποκριτική και είναι μιούζικαλ performers. Αυτά σε ό, τι έχει να κάνει με το μιούζικαλ πάντα.

– Υπάρχει κάποιο είδος θεάτρου με το οποίο δεν έχετε ασχοληθεί, αλλά θα θέλατε;
Η αλήθεια είναι ότι ένα θεατρικό έχω γράψει όλο κι όλο. Γενικότερα έχω ασχοληθεί κυρίως με την κωμωδία. Δεν είναι ότι δεν μου αρέσει το δράμα και η πρώτη παράσταση που έπαιξα μάλιστα σαν μέλος θεατρικής ομάδας ήταν ένα δράμα του Καμύ, οπότε από δράμα ξεκίνησα. Θα ήθελα να ασχοληθώ με το δράμα γράφοντας κάτι δραματικό, μ’ αρέσει να γράφω και δραματικά. Πιστεύω ότι θα το κάνω σύντομα κάποια στιγμή.

καπουτζίδης– Έχοντας ως αφετηρία το θέατρο και την τηλεοπτική μυθοπλασία συνεχίσατε στο χώρο της παρουσίασης. Φοβηθήκατε ποτέ ότι θα θεωρηθείτε αποκλειστικά τηλεοπτική παρουσία και ο κόσμος θα σας αποκόψει κάπως από τον θεατρικό χώρο;
Όχι, δεν το φοβήθηκα, το θεώρησα σχεδόν σίγουρο ότι θα συμβεί. Συνέβη, αλλά δε σκέφθηκα ότι αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει και να φοβάμαι. Αν εγώ έχω επιλέξει για πέντε ή έξι χρόνια να είμαι παρουσιαστής, λογικό είναι να με αποκόψει κάποιος από το ρόλο μου ως ηθοποιός και καλά θα κάνει κιόλας. Δηλαδή αυτό είναι και το σωστό και το δίκαιο. Αλλά δεν είχα κάποιο πρόβλημα μ’ αυτό, δεν με πείραζε που κάποιος μπορεί να με έβλεπε σαν τηλεοπτική προσωπικότητα, ήμουν πολύ οκ με αυτό. Τώρα όμως, αν θέλω να με δει σαν θεατρικό συγγραφέα ή σαν θεατρικό σκηνοθέτη, πρέπει να το αφήσω το άλλο, γι’ αυτό και το άφησα. Σίγουρα το άφησα και γιατί δε θα με βόλευε ο χρόνος, αλλά εάν έβλεπα με επιπολαιότητα αυτό το οποίο πάω να κάνω τώρα στο θέατρο, δε θα το άφηνα. Θα έλεγα έλα μωρέ, όλα θα τα βολέψω. Μα εδώ δεν ήρθα για να βολέψω κάτι. Εδώ ήρθα για να παιδευτώ, ήρθα για να εκφραστώ, ήρθα για να ζοριστώ, να κουραστώ, να στήσω μία παράσταση και νομίζω ότι αυτό ο κόσμος το έχει εκτιμήσει. Οπότε μάλλον καλά τα συνδύασα.

– Διαθέτετε δύο σημαντικά πράγματα που είναι η εκπαίδευση και η προσωπικότητα, με αποτέλεσμα να μπορείτε να κινηθείτε άνετα σε δύο διαφορετικούς χώρους.
Ίσως, ποιος ξέρει. Ναι, άλλωστε από μια δραματική σχολή προέρχομαι, δεν είναι ότι ουρανοκατέβατα μου ήρθε να γράψω ένα θεατρικό. Αυτές ήταν οι βάσεις μου, οι σπουδές μου, αυτό ήταν το παρελθόν μου. Στο άλλο ήμουν πιο ουρανοκατέβατος. Ήρθα, το ‘κανα και γι’ αυτό μπόρεσα κι έφυγα έτσι εύκολα κι είπα «άντε, γεια σας τώρα».

– Εκτός από το θέατρο είστε τώρα και σε γυρίσματα για την τηλεοπτική εκπομπή που μου αναφέρατε. Θέλετε να μας μιλήσετε σχετικά;
Εδώ δεν μπορούμε να πούμε πολλά γιατί δεν έχουμε κλείσει ακόμη σε κάποιο κανάλι. Μπορώ να σας πω όμως ότι είναι μια εκπομπή η οποία παρακολουθεί την προσπάθεια, τον κόπο και τον αγώνα που δίνουν οι Έλληνες αθλητές που θα εκπροσωπήσουν τη χώρα μας στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Όποιος παίρνει λοιπόν την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες πάμε και κάνουμε γύρισμα μαζί του, τον γνωρίζουμε, βλέπουμε την προπόνησή του, τις συνήθειές του, μαθαίνουμε την ιστορία του. Είναι πολύ όμορφο γιατί μου αρέσουν οι άνθρωποι οι οποίοι αφοσιώνονται σε έναν σημαντικό στόχο και προσπαθούν να βελτιωθούν και να εξελιχθούν για να τον πιάσουν. Αυτή είναι η φιλοσοφία των αθλητών και χαίρομαι που έρχομαι σε επαφή μαζί τους, τους θαυμάζω. Ο αθλητισμός είναι κάτι που το αγαπούσα πάντοτε πάρα πολύ. Οπότε κάνουμε αυτό, εστιάζουμε σε αυτούς τους ανθρώπους. Και νιώθω ότι είναι πολύ σημαντικό να μπείτε κι εσείς στη διαδικασία να τους γνωρίσετε περισσότερο. Είναι ωραίοι άνθρωποι, πραγματικά. Πέρα από φανατισμούς, πέρα από το ποιος θα πάρει το μετάλλιο κι όλα αυτά, ο αθλητισμός έχει κάτι άλλο. Έχει σεβασμό, έχει ευγενή άμυλα, έχει αδερφοσύνη, έχει αλληλεγγύη ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικούς λαούς, από διαφορετικές θρησκείες. Αυτό είναι που με εντυπωσίαζε και με συγκινούσε πάντα στον αθλητισμό.

– Ο ίδιος έχετε ασχοληθεί με κάποιο άθλημα;
Όταν ήμουν παιδάκι αυτό ήταν το όνειρό μου, να γίνω αθλητής του στίβου αλλά δεν το ακολούθησα ποτέ. Δεν πειράζει. Δεν υπήρχαν τότε υποδομές στην Ελλάδα.

– Λόγω αυτού δεν προχωρήσατε;
Ε όσο να ‘ναι. Δεν είχαμε και αθλητική παιδεία τότε. Στίβος στην Ελλάδα τη δεκαετία του ‘70, ’80; Δεν πειράζει. Οι τωρινοί γονείς μπορούν να στείλουν τα παιδιά τους. Πολλοί γονείς στέλνουν τα παιδιά τους να μάθουν ένα άθλημα.

– Σχεδιάζετε κάτι για το μέλλον;
Σίγουρα θα συνεχίσω να γράφω και θα ‘θελα να ξεκινήσω και σύντομα. Έχω πει ότι με το που αλλάξει ο χρόνος, μόλις πάμε στο ’20 θα αρχίσω.

– Θεατρικό έργο θα γράψετε;
Ας το ξεκινήσουμε και βλέπουμε. Θα δούμε πού θα μας πάει η έμπνευση… Την ακολουθώ εγώ την έμπνευσή μου. Την αφήνω να διαφεντεύει αυτή, να αποφασίζει αυτή αν θα είναι κάτι θεατρικό, κάτι τηλεοπτικό ή οτιδήποτε.

 

Της Κατερίνας Πεσταματζόγλου 03/01/2020

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.