Συνέντευξη – Αγγελική Γρηγοροπούλου

Η Αγγελική Γρηγοροπούλου είναι μια νέα ηθοποιός που μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Ομάδας Fem Tettix παρουσιάζουν στο Πολυχώρο Vault την παράσταση “Αφρική ή πως να φυτέψετε τον νεκρό αδερφό σας”. Ένα νέο κορίτσι με συγκροτημένη σκέψη και λόγο που χαίρεσαι να μιλάς μαζί της. Με βάση την παραπάνω παράσταση μιλήσαμε για το έργο, για την καραντίνα και πόσο αυτή την επηρέασε αλλά και για μεταφυσικά φαινόμενα και για τον Κώστα Καζάκο και τι κέρδισε από αυτόν ως καθηγητή αλλά και για την μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία με τις Θεσμοφοριάζουσες. Κρατάω μια φράση της από την συνέντευξή μας: “Επειδή μια μέρα θα πεθάνουμε, είναι μεγάλη βλακεία να ξοδεύουμε το παρόν μας. Στο τι θα πει ο κόσμος, στον φόβο, σε κόμπλεξ, σε κακιώματα. Να μην παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τα πράματα. Αγγελική σε ευχαριστώ πολύ για αυτή την όμορφη κουβέντα μας.

– Είστε μέλος της θεατρικής ομάδας Fem Tettix. Πείτε μας 2 λόγια για την ομάδα, τις συνοδοιπόρους σας αλλά και τους στόχους τους οποίους έχετε θέσει σαν ομάδα.
Με την Ίριδα Κατσούλα και την Κατερίνα Αγγελίτσα γνωριστήκαμε στην δραματική σχολή “Πράξη Επτά”. Ως τα μοναδικά κορίτσια του τμήματος μας, δεθήκαμε αμέσως και διαπιστώσαμε ότι μας συνδέει μία κοινή αισθητική κι ένα κοινό χιούμορ. Αφού τελειώσαμε τη σχολή, η καθεμία μας δούλεψε μεμονωμένα στο θέατρο για κάποιο διάστημα και στην πορεία ξανασυναντηθήκαμε με την “Αφρική”. Καμιά μας δεν θυμάται πότε ακριβώς και πώς γεννήθηκε η ιδέα του να γράψουμε ένα έργο. Απλά συνέβη. Ιδανικά θα θέλαμε να μπορούμε να ανεβάζουμε είτε δικά μας έργα, είτε έργα που παίζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και ιδιαιτέρως κωμωδίες. Θέλουμε να “επενδύσουμε” στο γέλιο. Είναι το όπλο μας ενάντια στη σοβαροφάνεια και το σκοτάδι που επικρατεί.

– Είσαστε και οι 3 νέες στον χώρο. Πόσο δύσκολο είναι για μια νέα ηθοποιό να βιοπορίζεται αποκλειστικά απ΄αυτό, αλλά και να πραγματοποιήσει τα όνειρά της σε αυτό τον χώρο.
Είναι πολύ δύσκολο, εξάλλου καμιά από τις τρεις μας δεν βιοπορίζεται αποκλειστικά από το θέατρο. Από την άλλη, όπως σε κάθε επάγγελμα, τίποτα δεν έρχεται εύκολα, χωρίς αφοσίωση, προσπάθεια και σκληρή δουλειά. Ίσως στο δικό μας επάγγελμα χρειάζεται περισσότερος χρόνος. Που και πάλι κι αυτό είναι σχετικό. Και τύχη χρειάζεται και θυσίες κλπ. Και τι όνειρα έχει ο καθένας; Εγώ το βλέπω “βήμα- βήμα” Κάθε παράσταση που κάνω είναι η εκπλήρωση ενός μικρο-ονείρου. Κι έτσι είμαι καλά.

– Ανεβάζετε για 2η φορά, μετά τον Φεβρουάριο του 2020, την “μεταφυσική” κωμωδία «Aφρική» ή «Πως να φυτέψετε τον νεκρό αδερφό σας». Πείτε μας δύο λόγια για την υπόθεση του έργου.
Η Αντιγόνη και η Ισμήνη, δίδυμες αδελφές, συναντιούνται μετά από χρόνια για την κηδεία του αδελφού τους Ορέστη. Ο στρατηγός Αγαμέμνονας, ο πατέρας τους, θέλει να κηδέψει το γιο του με χριστιανική κηδεία, για να συγχωρεθεί για τον «αμαρτωλό βίο» του, αλλά και για να εξιλεωθεί κι ο ίδιος που τον είχε αποκληρώσει. Μόνο που ο Ορέστης είχε μια τελευταία επιθυμία: Να φυτευτεί και να γίνει ένα περήφανο αφρικανικό δέντρο στους πρόποδες του Κιλιμάντζαρο. Η Αντιγόνη έρχεται να εμποδίσει αυτή την κηδεία κι αν χρειαστεί ακόμα και να… ξεθάψει τον αδελφό της!

– Πως νιώσατε όταν έπρεπε να σταματήσετε λόγω της 1ης καραντίνας; Πως βιώσατε εκείνη την πρωτόγνωρη συνθήκη για όλους μας;
Προσωπικά, ένιωσα ότι είναι κάτι που θα παρέλθει πολύ σύντομα- ναι, ήμουν τόσο αφελής. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο θα κρατούσε όλη αυτή η ιστορία με τον κορονοιό. Η τελευταία μας παράσταση έγινε μια Τρίτη σε ένα γεμάτο θέατρο και δύο μέρες μετά ανακοινώθηκε το lock down. Μας έκοψε πάνω στη φόρα μας. Εμάς και τόσους άλλους δηλαδή. Τον πρώτο καιρό κυριαρχούσε αυτό το αίσθημα του προσωρινού. Μετά καταλάβαμε πια πως αυτές “οι επόμενες δύο κρίσιμες εβδομάδες” θα είναι πολύ περισσότερες και κανένας δεν θα ασχοληθεί στην τελική με το θέατρο. Μια ματαίωση.

– Έχει διαφοροποιηθεί καθόλου η παράσταση μετά το 1ο εκείνο ανέβασμα;
Εδώ έρχονται τα καλά του να ανεβάζεις δικό σου κείμενο. Έχουμε αλλάξει πολλά πράγματα. Τόσο κειμενικά όσο και σκηνοθετικά. Με το πρώτο ανέβασμα και την τριβή με τον κόσμο, καταλάβαμε ποιες σκηνές δεν λειτουργούσαν, ποια αστεία “έπιαναν” και ποια όχι. Λάβαμε, επίσης, υπ’ όψιν την επικαιρότητα η οποία μας έχει χαρίσει απλόχερα άπειρο υλικό- κι όχι με την καλή έννοια. Κάποια πράγματα, ειδικά όταν κάνεις κωμωδία δεν μπορούν να μένουν ασχολίαστα. Ή έτσι το βλέπουμε εμείς τουλάχιστον. Κόψαμε σκηνές, γράψαμε καινούριες, ζωντανέψαμε ξανά το κείμενο. Επίσης, άλλαξε ο σκηνικός χώρος, άρα και η σκηνοθεσία. Μαζί μας έχουμε φέτος και τον Θανάση Ισιδώρου, ο οποίος έδωσε νέα πνοή στον αντρικό ρόλο του έργου μας. Γενικά, είχε πολύ ενδιαφέρον σαν διαδικασία η εκ νέου θεώρηση της ίδιας μας της παράστασης.

– Τι ήταν αυτό που σας έκανε να γράψετε το δικό σας έργο; Και γιατί μια παρωδία της Αντιγόνης;
Καθόλου δεν παρωδούμε την “Αντιγόνη”. Απλά τυχαίνει τις δύο πρωταγωνίστριες να τις λένε “Αντιγόνη” και “Ισμήνη” και να είναι αδελφές. Στην ουσία, αυτό που κάναμε ήταν να χρησιμοποιήσουμε ρόλους και λειτουργίες της αρχαίας τραγωδίας για να παρωδήσουμε το σήμερα. Τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, που έχει παντιέρα της όλες τις αντιφάσεις, της ανατολής και της δύσης, του Χριστιανισμού και της ένδοξης αρχαιότητας, της επανάστασης κι ενός τεράστιου ομφάλιου λώρου που την πνίγει. Και δεν πρωτοτυπήσαμε. Πηγή έμπνευσής μας ήταν ο Christofer Durang, ένας αμερικανός συγγραφέας που έχει κάνει κάτι αντίστοιχο με ήρωες του Τσέχωφ, που κι αυτός με τη σειρά του έχει επηρεαστεί από τον Woody Allen- ο Durang, όχι ο Τσέχωφ- που κι αυτός έχει επηρεαστεί από… τα πάντα. Και τώρα θα κοτσάρω την αγαπημένη μου φράση του Roland Barthes: “Το κείμενο είναι ένα πλέγμα αναφορών που προέρχονται από τις αναρίθμητες εστίες της κουλτούρας”. Έτσι, αν διατρέξει κανείς το κείμενό μας, θα βρει αναφορές από την “Αντιγόνη”, τον “Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν” του Ίψεν μέχρι και το “Lion King”. Και τίποτα να μην βρει δεν πειράζει. Εμείς θέλαμε να φτιάξουμε μια νέα ιστορία, χωρίς να απαιτείται από τον εκάστοτε θεατή να έχει καταπιεί την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα για να καταλάβει τι γίνεται.

– Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντήσατε κατά τη συγγραφή του έργου;
Η βασική δυσκολία ήταν να μην μιλάμε κι οι τρεις ταυτόχρονα. Να έχουμε το κουράγιο να “θυσιάζουμε” την τέλεια ιδέα που -νομίζαμε- ότι έχουμε, ακόμα κι ολόκληρες σκηνές. Να παίρνουμε απόσταση από το ίδιο μας το κείμενο για να καταλαβαίνουμε τι λειτουργεί και τι όχι και να μην θολώνουμε από τον ενθουσιασμό της στιγμής.

– Ποια μηνύματα θέλετε να περάσετε στον θεατή μέσα από αυτό το έργο;
Καταρχάς, ό,τι κι αν θέλουμε να περάσουμε εμείς, ο κάθε θεατής θα πάρει ό,τι έχει ανάγκη να πάρει. Προσωπικά, το μήνυμα που θα επέλεγα είναι το έξης: επειδή μια μέρα θα πεθάνουμε, είναι μεγάλη βλακεία να ξοδεύουμε το παρόν μας. Στο τι θα πει ο κόσμος, στον φόβο, σε κόμπλεξ, σε κακιώματα. Να μην παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τα πράγματα.

– Εκτός από το υποκριτικό μέρος στην παράσταση, συμμετείχατε στην συγγραφή, στην σκηνοθεσία και έχετε και την μουσική επιμέλεια. Ποιά ιδιότητα απ’όλες σας γοητεύει περισσότερο και πόσο εύκολος ή δύσκολος είναι αυτός ο συγκεντρωτισμός ιδιοτήτων σε ένα πρόσωπο;
Αρχικά, το κομμάτι της συγγραφής και της σκηνοθεσίας το μοιραστήκαμε ισότιμα και ισόποσα με την Ίριδα και την Κατερίνα. Έπειτα, καθεμιά μας αξιοποίησε κάποια κλίση της σε άλλα πόστα. Ελλείψει χρημάτων, χρόνου κ.λ.π Η Κατερίνα π.χ ανέλαβε το ενδυματολογικό κομμάτι, η Ίριδα τις φωτογραφίες της παράστασης κι εγώ αντίστοιχα τη μουσική. Οι πρακτικές δυσκολίες μας οδήγησαν σε αυτό το multitasking, χωρίς να σημαίνει ότι είμαστε ενδυματολόγοι ή μουσικοί, απλά με το άλλοθι ότι αν μη τι άλλο ξέραμε πολύ καλά τι θέλαμε γιατί στην τελική…εμείς γράψαμε το έργο. Τώρα, από όλες αυτές τις ιδιότητες, προτιμώ την ιδιότητα του ηθοποιού. Είναι σίγουρα πολύ πιο ξεκούραστο να είσαι μόνο ηθοποιός. Αλλά και το πέρασμα από όλα τα υπόλοιπα είναι γοητευτικό. Σε κάνει να εκτιμάς τον κόπο και τη δουλειά του κάθε συντελεστή μιας παράστασης. Και συνήθως οι ηθοποιοί πάσχουν σε αυτό.

– Ποια είναι η σχέση σας με τα “μεταφυσικά” φαινόμενα; Είχατε ποτέ κάποια ιδιαίτερη εμπειρία;
Το μεταφυσικό με γοητεύει, δεν το πιστεύω, αλλά δεν μπορώ να αποδείξω κι ότι δεν υπάρχει. Άρα δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν είχα ποτέ κάποια μεταφυσική εμπειρία. Μπορεί και να είχα, αλλά να την απέδιδα στην τύχη, στο ένστικτο, στις πιθανότητες κ.λ.π Πάντως, θα ήθελα πολύ να συναντήσω το φάντασμα της Μαλβίνας Κάραλη και να τη ρωτήσω κάποια πράγματα που θέλω.

– Φέτος το καλοκαίρι συμμετείχατε στις “Θεσμοφοριάζουσες” σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου. Τι αποκομίσατε από αυτή την παράσταση αλλά και από μια μεγάλη περιοδεία;
Ήταν μια από τις καλύτερες εμπειρίες της ζωής μου. Νιώθω ευγνώμων που υπήρξα σε αυτή τη δουλειά. Είναι σπάνιο να βρίσκεσαι σε ένα τόσο υγιές περιβάλλον, γεμάτο ευγένεια και γενναιοδωρία κι αυτά ξεκινούν από την κεφαλή, τον Γιάννη Μπέζο. Αρχικά, κρατώ τη γνωριμία μου με όλους αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους. Έπειτα, η περιοδεία αυτή καθ΄ αυτή ήταν ένα μεγάλο σχολείο. Νιώθω ότι διήνυσα πολλά χιλιόμετρα- κυριολεκτικά και μεταφορικά. Παίξαμε σε θέατρα σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, μας είδαν χιλιάδες άνθρωποι, που για αυτούς ήταν πολύ σημαντικό γεγονός ότι ερχόταν μια παράσταση στην πόλη τους. Είδα μια άλλη πλευρά του θεάτρου, πιο “γιορταστική” κι αυτό ήταν πολύ απελευθερωτικό.

– Είχατε καθηγητή τον Κώστα Καζάκο ο οποίος έφυγε πρόσφατα από την ζωή. Τι κερδίσατε από αυτόν ως καθηγητή κι ως άνθρωπο;
Ο Κώστας Καζάκος μας έβλεπε να κακοποιούμε μπροστά του τον Ίψεν ή τον O’ Νηλ και παρακολουθούσε με αγωνία και υπομονή μέχρι να βρει έστω μία ενδιαφέρουσα στιγμή. Κι όταν την έβρισκε , αναφωνούσε σαν παιδί. Κι αυτό ήταν πολύ συγκινητικό, για έναν άνθρωπο της ηλικίας του, με όλη αυτή την εμπειρία που κουβαλούσε στις πλάτες του. Έδειχνε ειλικρινή αγάπη και σεβασμό για τους νέους.
Κι απ’ όλες τις συμβουλές κρατάω αυτή: “Αμολύσου”

Του Περικλή Μπίκου, 29/09/22

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.