Συνέντευξη – Έντυ Διαμαντόπουλος

«Κι ελπίζεις πως δεν θ’ ανατείλει ο ήλιος, αγάπη μου, βασιλιάδες του δρόμου θα γίνουμε»

Αυτοί οι στίχοι στάθηκαν η πηγή έμπνευσης του Έντυ Διαμαντόπουλου για να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα Τραγούδια για τον δρόμο. Φύση ανήσυχη, αναζητά την εσωτερική του ελευθερία, δυναμώνει μέσα από τα όνειρα και με χαμόγελο αντιμετωπίζει όποιο εμπόδιο εμφανίζεται.

– Σπουδές σε μηχανολογία, υποκριτική, σεναριογραφία… Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να παρακολουθήσετε μαθήματα υποκριτικής και σεναρίου;

Με πάτε πολλά χρόνια πίσω. Σπουδάζοντας σε αμερικάνικο κολέγιο, μετά το σχολείο έπρεπε να παρακολουθήσω μαθήματα επιλογής διαφορετικά από τον κύριο κύκλο σπουδών μου, που ήταν η μηχανολογία, όπως είναι δεδομένο στον αμερικάνικο τρόπο σπουδών. Επέλεξα να παρακολουθήσω μαθήματα υποκριτικής θεάτρου. Υπεύθυνη του τμήματος θεάτρου ήταν η Νέλλη Καρρά, αγαπημένη δασκάλα θεάτρου και μετέπειτα ιδρύτρια της εξαιρετικής δραματικής σχολής Αρχή. Με τη Νέλλη πέρασα δυο υπέροχα χρόνια και, αν είχα τα κότσια, θα είχα ακολουθήσει από τότε τη συμβουλή της να μεταπηδήσω από τη μηχανολογία στην υποκριτική θεάτρου. Δεν το έκανα, αλλά όταν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στην Αεροναυπηγική κατάλαβα πως είχε δίκιο, δεν ήμουν μηχανικός. Mε βοήθησε με την καθοδήγησή της και τις συστατικές επιστολές της να συνεχίσω τις σπουδές μου στον χώρο της τέχνης, κάνοντας μεταπτυχιακό στη σκηνοθεσία και τη γραφή σεναρίου στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Θα έλεγα πως τελικά αυτό που με ώθησε ήταν μια μέντορας που με ενέπνευσε και με βοήθησε να καταλάβω ποιος ήμουν.

– Δουλέψατε ως εκτελεστής παραγωγός και βοηθός σκηνοθέτη στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση. Σήμερα, που οι συνθήκες είναι τόσο δύσκολες, θεωρείτε πως υπάρχουν ευκαιρίες καριέρας για τους νέους δημιουργούς σε αυτούς τους τομείς;

Οι συνθήκες θα είναι πάντα δύσκολες, ειδικά σε μια μικρή αγορά σαν την ελληνική. Η έκρηξη της τεχνολογίας την τελευταία δεκαετία είναι η ευκαιρία να εκφραστούν και να μοιραστούν την έκφρασή τους άνθρωποι που παλαιότερα δεν θα είχαν ούτε βήμα ούτε μέσα έκφρασης και προβολής. Συνήθως τα εμπόδια τα βάζουμε εμείς οι ίδιοι στους εαυτούς μας, αποδεχόμενοι στερεότυπα όπως «η πενία είναι σύντροφος της καλλιτεχνικής δημιουργίας» ή «ο χώρος είναι μικρός, εγώ θα τα καταφέρω;» Σπάσε τα στερεότυπα, πίστεψε στον εαυτό σου, κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις, επέμενε σε αυτό που πρέπει να κάνεις.

– Η συνεργασία σας με τη διοργάνωση των Παραολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004 ήταν εποικοδομητική για εσάς; Θυμάστε κάποια στιγμή που να σας δυσκόλεψε τόσο πολύ που να είπατε τα παρατάω τώρα;

Οι Παραολυμπιακοί Αγώνες είναι μια εμπειρία που σου αλλάζει τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τα πράγματα. Η δύναμη των αθλητών συγκρίνεται μόνο με τη δύναμη των σούπερ ηρώων που λατρεύω στα κόμικς. Αυτό ακριβώς μου έμαθαν: «Δεν τα παρατάω!», όσο δύσκολη και να είναι η κατάσταση. Οπότε, όχι, δεν υπήρξε καμία στιγμή που είπα τα παρατάω.

– Φέτος εκδόθηκε το πρώτο σας βιβλίο, Τραγούδια για τον δρόμο. Θέλετε να μας μιλήσετε για το πώς γεννήθηκε η ιδέα, η επιθυμία να γράψετε ένα βιβλίο;

Η ιδέα αυτού του βιβλίου γεννήθηκε σχεδόν είκοσι χρόνια πριν, σε μορφή σεναρίου ταινίας μικρού μήκους. Την ταινία αυτή δεν την πραγματοποίησα ποτέ, έμεινε στο χαρτί σε ένα ντοσιέ, αλλά πάντα με έτρωγε που δεν είχε βρει τον δρόμο της. Κατά καιρούς την πλησίαζα, αλλά δεν έβρισκα τον τρόπο να την αποδώσω, μάλλον δεν είχα βρει το μέσο. Όταν μετακόμισα στη Βραζιλία, στο τέλος του 2014, άρχισα να γράφω κάτι σαν ημερολόγιο σκέψεων, οι οποίες με κάποιο μυστηριακό τρόπο εισχώρησαν στο μέρος του σκληρού δίσκου της μνήμης μου που υπήρχε καταχωρημένη η ανολοκλήρωτη ιστορία της μικρού μήκους ταινίας. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα πως είχα μια νέα ιστορία που πλέον έπρεπε να αποδοθεί ως μυθιστόρημα-νουβέλα. Δεν είχα ιδέα πώς να το κάνω αυτό. Μέσω διαφόρων ομάδων γραφής και του δεύτερου δασκάλου-μέντορα Ανδρέα Φλουράκη, θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, γνωρίστηκα και συνεργάστηκα με την επιμελήτρια κειμένου και μετέπειτα εκδότριά μου, την Ανδρονίκη Μαστοράκη. Δουλέψαμε πάνω στο κείμενο τουλάχιστον δύο χρόνια πριν το lockdown. To επισημαίνω αυτό γιατί το τελευταίο χέρι του βιβλίου ολοκληρώθηκε μέσα στο lockdown του Μαρτίου. Λόγω της πανδημίας και της καραντίνας η επαγγελματική μου δραστηριότητα σταμάτησε, οπότε σκέφτηκα πως αν δεν ολοκληρώσω το βιβλίο τώρα δεν θα το κάνω ποτέ. Όταν έστειλα το τελευταίο χειρόγραφο στην Ανδρονίκη, είχαμε να μιλήσουμε κοντά έναν χρόνο, νόμιζε πως τα είχα παρατήσει. Μέσα σε αυτό τον χρόνο εγώ ολοκλήρωσα το βιβλίο κι εκείνη είχε ανοίξει το βιβλιοπωλείο και εκδοτικό οίκο. Μου πρότεινε να εκδόσει εκείνη το βιβλίο που είχε επιμεληθεί ως πρώτο βιβλίο του νεοσύστατου εκδοτικού της οίκου. Καινούργιος συγγραφέας, καινούργιο βιβλίο, καινούργιος εκδοτικός οίκος και βιβλιοπωλείο. Ήταν μια υπέροχα αναπάντεχη συγκυρία γεγονότων που οδήγησαν στο βιβλίο. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

– Ο ήρωας παρουσιάζεται ως ανέμελος τύπος που ζει τη στιγμή για τη στιγμή. Η συνέχεια, όμως, της ιστορίας του τον οδηγεί στο να ανακαλύψει την ταυτότητά του. Είχατε προαποφασίσει την ολοκλήρωσή του ως προσωπικότητα ή προέκυψε κατά τη συγγραφή;

Ξεκινάς να γράψεις για έναν ήρωα που στην αρχή είναι εσύ. Καθώς όμως ο χαρακτήρας εξελίσσεται, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο αποκτά όνομα, δική του προσωπικότητα, λέει και πράττει πράγματα τα οποία είναι δικά του, ξένα από σένα. Ενώ είχα μια γενική ιδέα πώς θα τελείωνε η ιστορία του βιβλίου, δεν ήξερα πώς θα ολοκληρωθεί ο χαρακτήρας, συνέβη κατά τη διαδικασία της συγγραφής με έναν μαγικό τρόπο. Σε κάποιο σημείο ο ήρωας λέει: «Αυτοί που δεν ξέρουν ποιοι είναι δεν αλλάζουν. Η αλλαγή απαιτεί γνώση». Νομίζω πως αυτή η φράση περιγράφει τον ήρωα και ταυτόχρονα τον συγγραφέα που γράφει τον ήρωα.

– Η επιλογή της χώρας σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για εσάς;

Ναι, η Βραζιλία είναι μια χώρα μακρινή, και ταυτόχρονα οικεία και ξένη ως προς τα βιώματά μου ως Έλληνας. Έζησα δύο χρόνια εκεί λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων του 2016 και αποδείχθηκε πως ήταν ο τόπος που μου έλειπε ως υπόβαθρο της ιστορίας που είχα στο κεφάλι μου είκοσι χρόνια σχεδόν.

– Τα τραγούδια που αναφέρονται «ακούγονται» πολύ δυνατά, και ας είναι στο χαρτί. Ποιο σας εμπνέει περισσότερο;

Δύσκολη ερώτηση, γιατί υπάρχουν περισσότερα από ένα που με εμπνέουν βαθιά. Θα διαλέξω αυτό που είναι κοντύτερα στην βασική έμπνευση του βιβλίου, το Kings of the Highway του Chris Isaak. Είναι ένα τραγούδι που είχε κυκλοφορήσει το 1989 σε δημοφιλή δίσκο του Chris Isaak με μεγάλες επιτυχίες, το τραγούδι αυτό όμως είναι άγνωστο. Εμένα πάντα μου έκανε κάτι, από τότε που το άκουσα για πρώτη φορά. Οι στίχοι «Κι ελπίζεις πως δεν θ’ ανατείλει ο ήλιος, αγάπη μου, βασιλιάδες του δρόμου θα γίνουμε» μου δημιουργούσαν την εικόνα του απόλυτου έρωτα δύο ανθρώπων που, ενώ ξέρουν πως το επόμενο πρωινό θα χωρίσουν, ελπίζουν με όλη τους τη δύναμη να μην ξημερώσει ποτέ κι έτσι να ξεφύγουν τρέχοντας με ταχύτητα σ’ έναν άγνωστο δρόμο. Αυτή η εικόνα ξεκίνησε την πορεία που κατέληξε στο Τραγούδια για τον δρόμο.

– Η καθημερινότητά σας έχει αλλάξει λόγω των συνθηκών που βιώνουμε στη χώρα;

Φυσικά, σε κάθε επίπεδο. Προσωπικά και επαγγελματικά, η επαφή με τους ανθρώπους ως φυσική παρουσία και όχι μέσω οθονών είναι βασική για μένα. Αυτό χάθηκε. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Βιοπορίζομαι μέσα στις αθλητικές αρένες (τις αποκαλώ αρένες ακολουθώντας την αγγλοσαξωνική έκφραση sport arenas, γιατί στην ουσία είναι η σημερινή εκδοχή της αρένας από την αρχαιότητα). Δουλειά μου είναι η αθλητική παρουσίαση, ντύνω ένα αθλητικό δρώμενο με στοιχεία παράστασης. Δραματική μουσική επένδυση, εκφωνήσεις, χορευτικά θεάματα, φωτιστικά και πυροτεχνικά εφέ για τους θεατές που έχουν πληρώσει εισιτήριο για να παρακολουθήσουν ζωντανά τους πρωταγωνιστές αθλητές στην αρένα. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σταμάτησα τελείως να εργάζομαι. Τελευταία άρχισα να εργάζομαι σε αγωνιστικούς χώρους χωρίς θεατές, λόγω της πανδημίας. Οι αθλητές έχουν γίνει ταυτόχρονα πρωταγωνιστές και θεατές, το οποίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, μιας και οι θεατές βρίσκονται πλέον αποκλειστικά στις οθόνες τους. Δεν είναι το ίδιο, λείπει ο παράγοντας που κάνει την αγωνιστική δράση να απογειώνεται. Οι θεατές ως φυσική παρουσία μέσα στα στάδια, όπως σε όλους τους χώρους θεάματος, είναι βασικός παράγοντας. Αλλά μέσα από αυτή τη δυσκολία λόγω της πανδημίας γεννήθηκε το βιβλίο. Δεν το ξεχνάω αυτό.

– Ο Γκρέγκο του βιβλίου σας βρήκε τον δρόμο προς την εσωτερική του ελευθερία. Πιστεύετε πως κι εμείς θα καταφέρουμε να βρούμε μια διέξοδο από τον εγκλωβισμό μας λόγω της πανδημίας;

Δεν έχω ιδέα (και το λέω γελώντας!). Είναι ενδιαφέρουσα η ανάγνωση πως ο Γκρέγκο του βιβλίου βρήκε τον δρόμο προς την εσωτερική του ελευθερία – με κόστος τη μοναξιά, θα πρόσθετα. Η πανδημία έχει αρχή, μέση και τέλος – ελπίζω να βρισκόμαστε κάπου στη μέση, ίσως και μετά τη μέση της δοκιμασίας. Το τέλος δεν γνωρίζουμε πότε θα έρθει, αλλά σίγουρα θα μας βρει πολύ διαφορετικούς. Προσωπικά, θα έλεγα πως βρήκα διέξοδο από τον εγκλωβισμό του lockdown στη συγγραφική μοναξιά, και ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία-δοκιμασία που με άλλαξε.

Της Κατερίνας Δημητρακοπούλου, 03/12/20
Πολιτιστικός συντάκτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.