Συνέντευξη – Ηλέκτρα Κομνηνίδου

Χαίρομαι πραγματκά όταν συναντώ νέους ανθρώπους με συγκροτημένη σκέψη και ποιότητα στον λόγο τους όπως είναι η Ηλέκτρα. Μοιράζεται απλόχερα με τον συνομιλητή της τις σκέψεις της και τα πιστεύω της με πολύ δοτικό τρόπο. Πρωταγωνιστεί στην παράσταση “Δαίμονες” του Lars Noren που ανεβαίνει στο Θέατρο 104. Μια πολύ δυνατή παράσταση που μιλάει για τη σκληρότερη μάχη που καλούμαστε να δώσουμε, να συνυπάρξουμε. Αρχικά με τους άλλους, αλλά κυρίως με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Με την Ηλέκτρα μιλήσαμε για τον τρόπο με τον οποίο μπήκε η υποκριτική στη ζωή της, μιλήσαμε για το θέατρο και τον τρόπο που αυτό αντιμετωπίστηκε από την πολιτεία την περίοδο του εγκλεισμού, αλλά και για τα φαινόμενα σεξουαλικής παρενόχλησης και ενδοοικογενειακής βίας που τον τελευταίο καιρό βρίσκονται σε έξαρση. Την ευχαριστώ πολύ και ελπίζω να απολαύσετε κι εσείς την συνέντευξη μας όπως κι εγώ.

– Πως μπήκε η υποκριτική στη ζωή σας;
Η υποκριτική και το θέατρο μπήκαν στη ζωή μου από πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα μου ασχολούνταν ερασιτεχνικά, ήταν σε μια ομάδα με την οποία ανέβαζαν παραστάσεις. Δεν είχε που να με αφήσει τα απογεύματα, που ήταν οι πρόβες, ο πατέρας μου δούλευε παράλληλα, οπότε με έπαιρνε μαζί της. Σχεδόν από τα τέσσερα μου χρόνια μέχρι και την εφηβεία μου τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα βρισκόμουν μέσα σε κάποιο θέατρο. Και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα να παίζω και σε μερικές από αυτές τις παραστάσεις, γύρω στα δέκα ήταν η πρώτη. Έτσι νομίζω άρχισαν σιγά-σιγά να πέφτουν τα πρώτα σποράκια. Στο λύκειο αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ επαγγελματικά και μόλις αποφοίτησα μπήκα σε μια δραματική σχολή κι από τότε ξεκίνησε το ταξίδι στο χώρο του θεάτρου.

– Τι είναι για σας υποκριτική;
Υποκριτική για μένα είναι ένα παιχνίδι αλληλεπίδρασης πάνω στη σκηνή μεταξύ των ανθρώπων στο εδώ και τώρα, που απαιτεί την αλήθεια μας για να υπάρξει.

– Σας έλειψε το θέατρο τους μήνες του lock down? Πως κρίνετε την αντιμετώπιση που είχαν οι καλλιτέχνες από την πολιτεία;
Φυσικά και μου έλειψε! Μείναμε πάρα πολύ καιρό χωρίς δουλειά κι όπως καταλαβαίνετε αυτό δεν είχε μόνο οικονομικές συνέπειες αλλά και ψυχολογικές. Δεν ήταν εύκολο να προσπαθείς μέσα σε όλο αυτό το πρωτόγνωρο και αβέβαιο περιβάλλον να κρατήσεις την δημιουργικότητα σου ψηλά. Δύσκολη περίοδος για όλο τον κόσμο κι ας ελπίσουμε να μην ξανά ζήσουμε άλλο ένα κλείσιμο. Χαίρομαι όμως τώρα τόσο πολύ που βλέπω τον κόσμο που έρχεται με δίψα στο θέατρο, χωρίς φόβο, τηρούνται βέβαια όλα τα μέτρα κατά του covid και με κάνει να νιώθω πως σιγά-σιγά αφήνουμε πίσω μας όλη αυτή την περίοδο του εγκλεισμού. Όσο αναφορά στην ερώτηση για την πολιτεία πιστεύω πως θα μπορούσαν να είναι καλύτερα τα πράγματα. Το θέατρο από τη φύση του είναι ένας χώρος που υπηρετεί κάποιους κανόνες, ένας χώρος που μπορούν να τηρηθούν τα μέτρα και να είναι ασφαλής για τον κόσμο. Θα μπορούσαν να παραμείνουν ανοιχτά, να μην κλείσουν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, με κάποιο μικρότερο ποσοστό χωρητικότητας φυσικά. Δεν νομίζω πως η πολιτεία ακούμπησε όσο θα μπορούσε πάνω στις ανάγκες των καλλιτεχνών.

– Πως επηρέασε εσένα προσωπικά αυτή η πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση όταν ξεκίνησε αρχές του 2020;
Ήταν δύσκολη περίοδος για εμένα. Με κυρίευσε αρχικά ο φόβος, ο φόβος του να μην αρρωστήσω εγώ ή κάποιο από τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Ο φόβος του τί μέλλει γενέσθαι από δω και πέρα, του πως θα είναι η ζωή μας πια και για πόσο καιρό. Ήταν τόσο άγνωστο στην αρχή. Αργότερα σιγά-σιγά εξοικειώθηκα. Όπως οι περισσότεροι. Μάθαμε να ζούμε με αυτό. Σήμερα όμως κοντά 20 μήνες μετά, μπορώ να σας πω πως μου έκανε καλό που ήρθα σε επαφή με τους φόβους. Ήταν καθοριστικό το σημείο. Ήρθα σε επαφή με βαθιά και ανεπεξέργαστα ακόμη κομμάτια του εαυτού μου που με αφορμή τον covid ήρθαν στην επιφάνεια. Κάποιοι από τους “Δαίμονες” λοιπόν ξύπνησαν και ερχόμενη σε επαφή μαζί τους εξελίχθηκα πολύ.

– Από το 2018 ανήκετε στην Ομάδα HashArt. Από ποια ανάγκη δημιουργήθηκε η ομάδα και με ποιες θεματικές ασχολείται κυρίως;
Η ανάγκη της ομάδας είναι να παράγει θέατρο όπως το οραματίζεται και το ονειρεύεται. Η θεματική αποφασίζεται με βάση τις ανάγκες και τους προβληματισμούς των μελών της ομάδας τη χρονική περίοδο που αναζητούμε το επόμενο έργο μας. Εκεί που συγκλίνουν, συμφωνούμε και αρχίζουμε να ψάχνουμε ποιο έργο, θα γίνει το όχημα για το ταξίδι προς τις αναζητήσεις μας.

– Συμμετέχετε στην παράσταση “Δαίμονες” του Lars Noren στο Θέατρο 104. Θέλετε να μας πείτε 2 λόγια για την παράσταση;
Το έργο του Νορέν μιλάει για τη σκληρότερη μάχη που καλούμαστε να δώσουμε, να συνυπάρξουμε. Αρχικά με τους άλλους, αλλά κυρίως με τον ίδιο μας τον εαυτό. Με όλα τα ανεπεξέργαστα υπαρξιακά ζήτημα που έρχονται στην επιφάνεια και αρνούμαστε πεισματικά, από φόβο πολλές φορές, να δούμε και να αντιμετωπίσουμε. Τους λεγόμενους “Δαίμονες”. Ένα βράδυ ο Φρανκ και η Καταρίνα προσκαλούν για να περάσουν ένα ακόμα βράδυ, τη Γκένα και τον Τόμας, τους γείτονες, στο σπίτι τους. Το βράδυ αυτό θα συμβούν πολλά, αποκαλύψεις, εξευτελισμοί, βία. Οι ήρωες από ότι φαίνεται δεν έχουν άλλο τρόπο να εκφραστούν παρά μόνο την κακοποιητική και εξαρτητική συμπεριφορά. Θα πληγώσουν βαθιά ο ένας τον άλλον με αποτέλεσμα στο τέλος να συνειδητοποιούν πως “η κόλαση δεν είναι οι άλλοι”, αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός.

– Κάντε μας ένα ψυχογράφημα της ηρωίδας που υποδύεστε.
Τη Γκένα από τη πρώτη στιγμή που τη διάβασα τη λάτρεψα. Την πόνεσα πολύ και μετά τη λάτρεψα. Είναι ένα πλάσμα ιδιαίτερα αγαπητό και έξυπνο, που όμως είναι εγκλωβισμένο στο σπίτι να μεγαλώνει δύο παιδιά μόνη της, χωρίς τη βοήθεια κανενός, καθώς ο άντρας της είναι συνεχώς απών. Δε νομίζω όμως ότι αυτό που ήθελε στη ζωή της ήταν να κάνει οικογένεια και παιδιά μόνο. Για μένα είχε όνειρα και διάθεση να ζήσει, αλλά κάπου στα μισά την πήρε η ζωή και η καθημερινότητα που λέμε. Μετά τη γέννηση των παιδιών τα πράγματα άλλαξαν και ενώ θέλει να δραπετεύσει από όλο αυτό δεν μπορεί. Νιώθει ένα χάος μέσα της, χωρίς βέβαια να μπορεί να το παραδεχτεί. Ασφυκτιά ενώ χάνει τον εαυτό της, με αποτέλεσμα να θυμώνει με τον σύζυγο κι όλο αυτό να δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο που δεν σπάει με τίποτα.

– Οι “Δαίμονες” πιστεύετε ότι είναι μια μικρογραφία της πραγματικότητας;
Ναι είναι. Είναι ένα κομμάτι, καθώς αυτά τα δύο ζευγάρια είναι αρκετά αναγνωρίσιμα εκεί έξω. Μπορεί με την πρώτη ματιά να πεις πως η Γκένα και ο Τόμας είναι περισσότερο, επειδή είναι το κλασικό πρότυπο ζευγαριού – δυο παιδιά, ο πατέρας λείπει συνεχώς για να φέρει τα λεφτά στο σπίτι – όμως για μένα ούτε η Καταρίνα με τον Φρανκ είναι και τόσο μακριά μας. Μπορεί να φαίνονται ακραία αυτά που γίνονται, όμως υπάρχουν γύρω μας παντού. Και το τελευταίο διάστημα δεν ακούμε και λίγα. Και οι τέσσερις χαρακτήρες έχουν κάτι κοινό, ζητούν απεγνωσμένα αγάπη και φροντίδα από τον άλλον, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν ότι πρώτα χρέος έχει ο καθένας να φροντίσει και να αγαπήσει τον εαυτό του. Έτσι δεν υπάρχει πουθενά χώρος για ένα υγιές “μαζί”. Όταν υπάρχουν άλυτα και ανεπεξέργαστα ζητήματα με τον εαυτό μας, συνήθως έρχεται το “έτερον ήμισυ” και στα φέρνει στην επιφάνεια. Εκεί τα καθρεφτίζουμε κι επειδή δεν τα αντέχουμε πετάμε στον άλλο τον χειρότερο εαυτό μας κάνοντας του πολλές φορές ακόμα και κακό. Αυτό το μοτίβο δυστυχώς το βλέπουμε παντού γύρω μας. Κι ας μην το παραδεχόμαστε, αλλά υπάρχει, είναι εκεί.

– Τι θα θέλατε να πείτε της Γκένα αν ήταν φίλη σας και γνωρίζατε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει;
Ξεκάθαρα να αγαπήσει τον εαυτό της περισσότερο. Να τον φροντίσει, να τον αφουγκραστεί, να τον νιώσει, να έρθει σε επαφή με τις ανάγκες του, για να μπορέσει να πάρει αποφάσεις για ένα καλύτερο για τον εαυτό της, αλλά και των παιδιών της, μέλλον.

– Θα θέλαμε το σχόλιο σας σχετικά με το ελληνικό metoo. Πιστεύετε ότι όλο αυτό μπορεί μα επηρεάσει αρνητικά το θέατρο;
Η δημοσιοποίηση υποθέσεων σεξουαλικών και όχι μόνο κακοποιήσεων μόνο καλό μπορούν να κάνουν, όχι μόνο για το χώρο του θεάτρου αλλά γενικά σε όλους τους χώρους. Μην ξεχνάμε ότι δεν είναι πρόβλημα του θεάτρου αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Είναι καλό, διότι έτσι μπορούν να σταματήσουν τα φαινόμενα κάθε κακοποίησης και να δώσουν θάρρος στα θύματα που έχουν υποστεί κάτι τέτοιο, να μιλήσουν ανοιχτά για αυτό χωρίς να φοβούνται. Κάθε μορφή βίας είναι καταδικαστέα και πρέπει να πάψει δια παντός και ροπάλου να υφίσταται.

– Τι θα λέγατε και πως θα αντιδρούσατε αν γνωρίζατε σχετικά φαινόμενα κακοποίησης; Η εξομολόγηση λειτουργεί λυτρωτικά;
Θα παρότρυνα τα θύματα να μιλήσουν, να μην φοβούνται και να μιλήσουν. Να ξέρουν πως η κοινωνία είναι δίπλα τους και τους στηρίζει. Αν υπάρχει ελπίδα για να εξαλειφθούν αυτά τα φαινόμενα είναι η αναγκαιότητα ύπαρξης και ενδυνάμωσης του ελληνικού Me Too γιατί τα περισσότερα περιστατικά της έμφυλης βίας στην Ελλάδα εξακολουθούν να μένουν κρυφά και οι δράστες να μην τιμωρούνται εξαιτίας και των προκαταλήψεων αλλά και της έλλειψης ενημέρωσης των θυμάτων. Τα θύματα κακοποιήσεων δεν έχουν την απαραίτητη υποστήριξη, ψυχολογική, νομική, και οικονομική, ώστε να καταγγείλουν τα περιστατικά. Πρέπει να είμαστε δίπλα τους για να δυναμώσει η φωνή τους και να βρουν το θάρρος να μιλήσουν.

– Ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά ταμπού που έχουμε είναι ότι η γυναίκα πρέπει να τεκνοποιεί, να εγκαταλείπει την καριέρα της για να μεγαλώσει τα παιδιά και ότι ο άντρας φέρνει τα λεφτά στο σπίτι. Τι σκέψεις σας γεννά αυτό;
Αυτή η άποψη είναι τόσο απαρχαιωμένη πια. Αλλά δυστυχώς έχω την αίσθηση ότι παραμένει ακόμα ταμπού για πολλούς. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο άνθρωπος γεννιέται, για να τεκνοποιήσει και να συνεχιστεί το είδος. Αυτό και τίποτα άλλο. Και μέσα σε αυτό χάνεται η χαρά του πράγματος. Η χαρά της ζωής. Και γενικότερα στη ζωή μας έχουμε χάσει την έννοια της χαράς. Ξεχνάμε αν κάνουμε πράγματα γιατί θέλουμε ή γιατί μας το λένε. Υπάρχουν τόσες πολλές εγκλωβισμένες μαμάδες εκεί έξω, που θα ήθελαν να κάνουν πολλά πράγματα αλλά δεν τολμούν για να μην χαρακτηριστούν από την κοινωνία ως “κακές” μητέρες με αποτέλεσμα να είναι δυστυχείς. Υπάρχει μεγάλο ταμπού στην κοινωνία. Χάνουμε τόσα πράγματα γιατί μας νοιάζει πολύ τι θα πει ο κόσμος. Από την άλλη όμως υπάρχουν και πολλά νέα ζευγάρια που έχουν δημιουργήσει ένα καινούριο, ισότιμο και υγιές «μαζί». Δεν περιμένει ο ένας από τον άλλον να του γεμίσει τα κενά αλλά ο καθένας προσπαθεί να είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του, προσπαθεί καθημερινά να εξελίσσεται, να είναι ένας ολόκληρος και αυτόνομος άνθρωπος, που θα βρει έναν επίσης ολόκληρο και αυτόνομο άνθρωπο που θα πορευτούν μαζί για όσο διάστημα επιλέξουν. Αυτό είναι δύσκολο και ανατρεπτικό αλλά όταν το καταφέρεις έχει μπόλικη ευτυχία.

– Γιατί πρέπει κάποιος να δει την παράσταση σας;
Για να έρθει πιο κοντά με κομμάτια του βαθύτερου εαυτού του. Το θέατρο γενικά θέτει ερωτήματα κάνοντας το άτομο να αντιληφθεί πολλά πράγματα για την κοινωνία και τον εαυτό του. Όπως έλεγε και ο Κάρολος Κούν: «Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας».

Του Περικλή Μπίκου, 30/10/21

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.