Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου και Γωγώ Βογάσαρη ή αλλιώς Κέιτ & Μάγκι: Δύο κοκκινομάλλες στην Ιρλανδία των αναμνήσεων.
Συνέντευξη στην Νατάσα Μαχπούπ
25/03/26
Ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης παγκόσμιας δραματουργίας, το “Χορεύοντας στη Λούνασα” του Ιρλανδού συγγραφέα Brian Friel, παρουσιάζεται στη σκηνή του Θεάτρου Κάτω απ’τη Γέφυρα, στον ιδιαίτερο χώρο του «Πίσω Χώρου». Το έργο, γραμμένο το 1990 πρωτοπαρουσιασμένο στο Abbey Theatre του Δουβλίνου, αποτελεί μια ποιητική ιστορία μνήμης, επιθυμίας και ελευθερίας, που έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα στη σύγχρονη θεατρική γραφή.
Μέσα από τη ζωή πέντε αδελφών στην ιρλανδική επαρχία της δεκαετίας του 1930, ο συγγραφέας αναδεικνύει έναν κόσμο αυστηρών κοινωνικών συμβάσεων, ηθικών περιορισμών και θρησκευτικών επιταγών. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το πλαίσιο καταπίεσης, η μουσική και ο χορός λειτουργούν ως στιγμές απελευθέρωσης, αποκαλύπτοντας την ανθρώπινη ανάγκη για χαρά, έκφραση και ζωή πέρα από τα όρια που επιβάλλει η κοινωνία.
Με αφορμή την παράσταση, απευθύναμε ερωτήσεις στις ηθοποιούς της παράστασης, Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου και Γωγώ Βογασάρη, επιχειρώντας να φωτίσουμε τη δημιουργική διαδικασία της παράστασης, καθώς και το εύρος ενός έργου που παραμένει βαθιά συγκινητικό και διαχρονικά επίκαιρο.
– Πώς προσεγγίσατε τον χαρακτήρα που υποδύεστε στο έργο;
Γωγώ: Προσπάθησα να κατανοήσω τα εσωτερικά κίνητρα του χαρακτήρα: τις ανάγκες, τους φόβους και τις επιθυμίες της. Η Μάγκι είναι ένας χαρακτήρας που χρησιμοποιεί το χιούμορ και τη ζωντάνια για να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, όμως ταυτόχρονα κρύβει μέσα της ανησυχίες για το μέλλον της οικογένειας.
Παράλληλα, μέσα από τη συνεργασία με τους υπόλοιπους ηθοποιούς και τις οδηγίες του σκηνοθέτη, προσπάθησα να αναπτύξω αυθεντικές σχέσεις επί σκηνής, που να αναδεικνύουν τη δυναμική της οικογένειας Μάντι.
– Ποια στοιχεία του ρόλου σας θεωρείτε πιο απαιτητικά υποκριτικά;
Κωνσταντίνα: Το πιο απαιτητικό στον ρόλο της Κέιτ είναι ότι καλείται να πνίξει το συναίσθημά της. Ενώ βιώνει έντονη φόρτιση, επιλέγει να την καλύψει με απλά, καθησυχαστικά λόγια για να προχωρήσει τη συζήτηση. Υποκριτικά, η δυσκολία βρίσκεται στο να κρατάω αυτή την ένταση εσωτερική και ελεγχόμενη, αφήνοντάς την να φανεί μόνο μέσα από μικρές ενδείξεις. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα σε αυτό που νιώθει και σε αυτό που δείχνει είναι το πιο απαιτητικό αλλά και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του ρόλου.
– Πώς βιώνετε τις σκηνές όπου η μουσική και ο χορός αποτελούν βασικό στοιχείο της δράσης;
Γωγώ: Ως ηθοποιός, οι σκηνές όπου η μουσική και ο χορός αποτελούν βασικό στοιχείο της δράσης βιώνονται πολύ έντονα και δημιουργικά. Η μουσική βοηθά να μπω στον ρυθμό και στο συναίσθημα της σκηνής, ενώ ο χορός μου δίνει τη δυνατότητα να εκφράσω το συναίσθημα και την ιστορία μέσα από την κίνηση του σώματος. Έτσι νιώθω μεγαλύτερη σύνδεση με τον ρόλο, τους συμπρωταγωνιστές και το κοινό.
– Με ποιους υποκριτικούς τρόπους επιχειρείτε να αποδώσετε τη συναισθηματική ένταση του έργου;
Κωνσταντίνα: Δουλεύω κυρίως με τις παύσεις, το βλέμμα και τις μικρές αλλαγές στον τόνο της φωνής. Με αυτά τα μέσα προσπαθώ να αφήσω να φανεί η ένταση χωρίς να την εκφράζω ανοιχτά, ώστε να υπάρχει πάντα κάτι που “βράζει” από κάτω. Ο Νίκος Δαφνής δούλεψε πολύ πάνω στις σχέσεις των αδελφών, ειδικά σε όλα αυτά που δεν λέγονται αλλά υπονοούνται, κι αυτό μας βοήθησε να χτίσουμε μια πιο υπόγεια και ουσιαστική ένταση στη σκηνή.
– Πόσο σας βοήθησε η σκηνοθετική καθοδήγηση στη διαμόρφωση της ερμηνείας σας;
Γωγώ: Η σκηνοθετική καθοδήγηση του Νίκου Δαφνή με βοήθησε πολύ στην ερμηνεία του ρόλου μου. Μου έδωσε σαφείς οδηγίες για τα συναισθήματα, τις κινήσεις και τον τρόπο που έπρεπε να αποδώσω τον χαρακτήρα. Μέσα από τις πρόβες και τις παρατηρήσεις του κατάφερα να κατανοήσω καλύτερα τον ρόλο και να τον αποδώσω πιο φυσικά και εκφραστικά στη σκηνή.
– Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια των προβών;
Κωνσταντίνα: Η μεγαλύτερη δυσκολία για μένα στις πρόβες ήταν ότι είχα να διαχειριστώ πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Εκτός από τον ρόλο μου, ασχολήθηκα και με τη μουσική επένδυση και τις χορογραφίες, οπότε έπρεπε συνεχώς να αλλάζω “ματιά” – από ερμηνεύτρια σε δημιουργό. Παράλληλα, υπήρχε και η συνεργασία με τον σύντροφό μου μέσα σε όλο αυτό, που είναι κάτι πολύ όμορφο αλλά και απαιτητικό, γιατί χρειάζεται να κρατάς μια ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και το επαγγελματικό. Όλα αυτά μαζί ήταν μια πρόκληση, αλλά και μια πολύ δημιουργική εμπειρία.
– Πώς αποδίδεται σκηνικά η αίσθηση της καταπίεσης που βιώνουν οι ηρωίδες;
Γωγώ: Η αίσθηση της καταπίεσης που βιώνουν οι ηρωίδες αποδίδεται σκηνικά μέσα από τη στάση του σώματος, τις περιορισμένες κινήσεις και την ένταση στην έκφραση των ηθοποιών. Ο φωτισμός, η μουσική, η σκηνογραφία της Ελένης Σουμή δημιουργούν μια κλειστή ατμόσφαιρα που ενισχύει αυτό το συναίσθημα. Έτσι το κοινό αντιλαμβάνεται πιο έντονα τη δυσκολία και την πίεση που βιώνουν οι χαρακτήρες μας.
– Πώς αντιλαμβάνεστε τη σημασία της μουσικής ως δραματουργικού στοιχείου στο έργο;
Κωνσταντίνα: Για μένα, η μουσική στο έργο δεν λειτουργεί απλώς υποστηρικτικά, αλλά ως βασικό δραματουργικό στοιχείο που συνοδεύει και ενισχύει την αφήγηση. Έχω δουλέψει πάνω σε ένα βασικό μουσικό μοτίβο που επανέρχεται και εξελίσσεται μαζί με την ιστορία, ακολουθώντας τη συναισθηματική πορεία των χαρακτήρων. Με έναν τρόπο, λειτουργεί σαν μια εσωτερική φωνή που εκφράζει όσα δεν λέγονται στη σκηνή και δίνει συνοχή στη δράση.
– Ποια στοιχεία της δραματουργίας του Brian Friel θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα για έναν ηθοποιό;
Γωγώ: Μα φυσικά οι βαθιά ανθρώπινοι χαρακτήρες και τα έντονα συναισθήματα που εκφράζουν. Οι ήρωές του έχουν πολυπλοκότητα, εσωτερικές συγκρούσεις και πλούσιο ψυχικό κόσμο, γεγονός που δίνει στον ηθοποιό τη δυνατότητα να εξερευνήσει διαφορετικές πλευρές της ερμηνείας του. Επίσης, οι σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες και οι λεπτές αποχρώσεις στους διαλόγους κάνουν την υποκριτική διαδικασία πιο απαιτητική αλλά και δημιουργική.
– Πώς προσεγγίσατε τη συναισθηματική μετάβαση του χαρακτήρα σας μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας;
Κωνσταντίνα: Από τη στιγμή που μπήκα στην ψυχοσύνθεση της Κέιτ, άφησα την ιστορία να με οδηγήσει. Αφέθηκα σε όσα έρχονταν φυσικά μέσα από τις σχέσεις της με τους άλλους χαρακτήρες και τις εξελίξεις. Με αυτόν τον τρόπο οι συναισθηματικές της μεταβάσεις βγήκαν οργανικά, χωρίς να χρειάζεται να τις επιβάλλω, και ένιωσα ότι κάθε σκηνή πηγάζει αυθεντικά από τον χαρακτήρα.
– Ποια πιστεύετε ότι είναι η διαχρονικότητα του έργου για το σημερινό κοινό;
Γωγώ: Κατά τη γνώμη μου φαίνεται στα θέματα που πραγματεύεται, όπως οι ανθρώπινες σχέσεις, οι κοινωνικοί περιορισμοί, τα όνειρα και οι δυσκολίες της καθημερινής ζωής. Παρόλο που η ιστορία τοποθετείται σε μια άλλη εποχή, συνεχίζει να συγκινεί και να προβληματίζει, γιατί αγγίζει ζητήματα που εξακολουθούν να απασχολούν την κοινωνία. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη που είχα την τύχη να είμαι η Μάγκι!!!
– Τι θα θέλατε να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Κωνσταντίνα: Το έργο, αθόρυβα και διακριτικά, δημιουργεί εικόνες, αναμνήσεις και συγκινήσεις, και αυτό ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε. Νομίζω ότι βλέποντας τους θεατές μας κατά τη διάρκεια και στο τέλος της παράστασης, καταφέρνουμε να τους αγγίξουμε – να τους ξυπνήσουμε συναισθήματα που μπορεί να ήταν κρυμμένα για καιρό και να τους δώσουμε μια γλυκόπικρη ανάμνηση που τους συνδέει με τις δικές τους οικογενειακές σχέσεις.
Ευχαριστούμε για την πολύ ωραία κουβέντα μας
Γωγώ & Κωνσταντίνα
