Συνεντεύξεις

Συνέντευξη – Elephas Tiliensis (Δημήτρης Αγαρτζίδης και Δέσποινα Αναστάσογλου) για “Τα μαγικά βουνά”

Συνέντευξη στην Κατερίνα Δημητρακοπούλου
01/04/24

Τον Μάρτιο του 2014 μας συστήνεται για πρώτη φορά η θεατρική ομάδα Elephas Tiliensis με τη διασκευή του μυθιστορήματος της Ζυράννας Ζατέλη Περσινή Αρραβωνιαστικιά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και δέκα χρόνια μετά, στο ίδιο θέατρο μέσα από μία δυναμική πορεία στη θεατρική σκηνή, μας «κλείνει το μάτι» με τη νέα της δουλειά Τα μαγικά βουνά.

Τα ανήσυχα χρόνια της ελληνικής ιστορίας 1940-1950 (Κατοχή, Αντίσταση, Απελευθέρωση) γράφουν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου. Οι άνθρωποι της τέχνης, διανοούμενοι, καλλιτέχνες και μη, αντιστέκονται και εκφράζουν νέα αιτήματα για μία νέα κοινωνία απαλλαγμένη από στερεότυπα και με κριτική σκέψη. Η ελπίδα για απελευθέρωση γεννά την προσμονή για αλλαγή στην ίδια την εθνική ταυτότητα. Το θέατρο καλείται στην πρώτη γραμμή για να ενδυναμώσει τον ελληνικό λαό που αντιστέκεται όσο και όπως μπορεί ενάντια στον Γερμανό κατακτητή. Το 1944 έχουν πλέον οι συνθήκες ωριμάσει και το «θέατρο στο βουνό» κάνει την εμφάνισή του. Οι θίασοι έχουν οργάνωση, μόνιμους συντελεστές, εξαιρετικό ρεπερτόριο και περιοδεύουν σε Ήπειρο (Λαϊκή Σκηνή Γιώργου Κοτζιούλα), Θεσσαλία (Θίασος ΕΠΟΝ Θεσσαλίας Βασίλη Ρώτα) και Μακεδονία (Θίασος ΕΠΟΝ Μακεδονίας Γιώργου Καφταντζή). Στις περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, του Πηλίου, της Δυτικής Μακεδονίας, της Πελοποννήσου και της Κρήτης είχαν δημιουργηθεί οργανώσεις της Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων, οι οποίες είχαν έντονη πολιτιστική δράση. Οργάνωναν βιβλιοθήκες, θεατρικές παραστάσεις, τα σχολεία γινόντουσαν πάλκα, όπου το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού ήταν έντονο τόσο στην πρόζα όσο και στο τραγούδι. Ο κουκλοπαίχτης Νίκος Ακίλογλου με τους Χρίστο Διατσίντο και τον σκηνογράφο Κλώνη, με τον θίασο κουκλοθεάτρου «Ζωντανές κούκλες Ζαππείου» γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία τη διετία 1934-1935.
Και μετά από αυτή τη μικρή παρένθεση η ομάδα Elephas Tiliensis έχει τον λόγο για να μας μιλήσει για Τα μαγικά βουνά.

– Από πάντα ήσασταν ανοιχτοί στις προκλήσεις (Λούλα Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Περσόνα Ίγκμαρ Μπέργκμαν, Σεροτονίνη Μισέλ Ουελμπέκ) και φέτος, ανεβάζετε Τα μαγικά βουνά. Γιατί σήμερα;
Δέσποινα: Οι προκλήσεις είναι ένα μέρος της δουλειάς μας. Δεν μπορεί να υπάρξει θέατρο και δημιουργία αν δεν υπάρχει ένα περιεχόμενο που ταρακουνά την/τον δημιουργό και την/τον ανακινεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να θέλει να το επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Οπότε πάντα η ανάγκη και η βαθύτερη επιθυμία μας είναι αυτή που θέλουμε να επικεντρωνόμαστε, χωρίς να υπολογίζουμε αν η επιλογή μας προσφέρει μεγαλύτερη ή μικρότερη ασφάλεια. Εξάλλου η ίδια η φύση του θεάτρου αφορά σε μια στιγμή υψηλής θερμοκρασίας, είναι η στιγμή ακριβώς πριν το όπλο εκπυρσοκροτήσει, πριν το ηφαίστειο εκραγεί. Ακούγονται μεγαλόσχημα όλα αυτά, αλλά μόνο όταν έχεις να αντιμετωπίσεις πυρηνικά θέματα μπορείς να φτάσεις πιο βαθιά. Το αν το καταφέρνεις σε επίπεδο επικοινωνίας περιεχομένου μετά ή όχι, έχει να κάνει με τον ίδιο το θεατή και με τη στιγμή.

Δημήτρης: Σχετικά με το γιατί να κάνουμε τώρα αυτή την επιλογή η πρώτη εξήγηση είναι ότι τώρα έφτασε στα αυτιά μας και στα χέρια μας αυτή η ιστορία και είναι πραγματικά εντυπωσιακό πως ένα τόσο κομβικό σημείο της θεατρικής και της εθνικής μας ιστορίας σχεδόν αποσιωπείται, ή τουλάχιστον δεν βγαίνει μπροστά, έτσι ώστε να αποτελεί μια κοινή γνώση μας. Το πιο βαθύ είναι όμως ότι μιλά για ανθρώπους, οι οποίοι μέσα σε ακραία δύσκολη συνθήκη μέσω της τέχνης του θεάτρου κατορθώνουν να βρουν τη δύναμη να ορθώσουν το ανάστημά τους, να ξυπνήσουν την σκέψη τους και να προσπαθήσουν με κάθε μέσο που διαθέτουν να βελτιώσουν τον εαυτό τους και τους συνανθρώπους τους, για να δημιουργήσουν μια καλύτερη συνθήκη στο μέλλον για όλες και όλους. Από τη μέχρι τώρα επαφή μας με τον κόσμο που παρακολουθεί τις παραστάσεις σε μία συνθήκη και σήμερα εύθραυστη πολιτικά και κοινωνικά, με πολλά ερωτήματα να δημιουργούνται στον καθένα μας σε σχέση με την θέση μας ως πολίτες, νομίζω ότι είναι κάτι που ο κόσμος έχει πραγματικά ανάγκη, να στραφεί δηλαδή σε μια ιστορία που θα του ανακινήσει μία δύναμη ώστε να μπορέσει να ξεπεράσει τον εαυτό του, να διεκδικήσει τον χώρο του έτσι ώστε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια καλύτερη κοινωνική συνθήκη στο τώρα.

– Το «εμείς μαζί» ήταν πρωτεργάτης και φίλος. Σήμερα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπάρχει αυτό το «εμείς μαζί»; Έχει θέση και ρόλο;
Δέσποινα: Είναι συγκινητικό ,όμως, ότι μέσα από την παράσταση, όχι πάντα αλλά σε πολλές από τις παραστάσεις αισθανόμαστε αυτή την ανάγκη των θεατών για τη δημιουργία μιας κοινότητας, ακόμα και τη στιγμή που παίζουμε. Όταν κάποια/ος θεατής σιγοτραγουδήσει μαζί μας, ή αυθόρμητα απαντήσει σε αυτό που λέγεται στη σκηνή, αισθανόμαστε ότι μεταφερόμαστε στο τότε και αντιλαμβανόμαστε ότι πολλές φορές η ζωή η ίδια και οι δυσκολίες της μας αναγκάζουν να ξεπεράσουμε τα προβλήματα και να συγκεντρωθούμε σε αυτό που μας φέρνει κοντά με τους άλλους.

Δημήτρης: Το «εμείς μαζί» έχει πάντα θέση και είναι μια κοινή αγωνία και μια κοινή ανάγκη της ανθρωπότητας εν γένει, οπότε ακόμα και σε ακραίες συνθήκες δεν μπορείς να το πάρεις από τον άνθρωπο όσο κι αν προσπαθήσεις. Υπάρχουν βέβαια πολλά εμπόδια, φυσικά και τεχνητά, τα οποία μας δυσκολεύουν στο να μπορέσουμε να αρθρώσουμε μια κοινή γλώσσα, γιατί είμαστε όλοι διαφορετικοί. Το πρόβλημα θεωρώ είναι ακριβώς αυτό, ότι μαθαίνουμε να εστιάζουμε σε αυτό που μας διαφοροποιεί από τους άλλους και όχι σε αυτό που μας ενώνει.

 

– Εκείνα τα δύσκολα χρόνια «πολέμησαν με μολύβι και χαρτί» για ένα καλύτερο αύριο. Να τολμήσουμε να μιλήσουμε για θέατρο documento πέρα από λαϊκό θέατρο;
Δέσποινα: Η παράσταση φέρει και τα δύο υλικά. Το υλικό γεννήθηκε από τον λαό και απευθύνθηκε στον λαό. Είναι λαϊκό θέατρο με ό,τι αυτό σημαίνει. Αναμφισβήτητα υπάρχει πάρα πολλή έρευνα και πάρα πολλή μελέτη σχετικά με όλο το υλικό, με την εποχή, με τις συνθήκες που δημιούργησαν αυτή την ανάγκη, με την πορεία αυτής της συνθήκης, με το άδοξο τέλος της και με το ερωτηματικό τι έμεινε μετά από όλα αυτά. Αλλά και μέσα από την παράσταση καταλαβαίνουμε ότι κάτι έχει μείνει. Ακόμα και η μαζική ανταπόκριση του κόσμου από την πρώτη στιγμή στην παράσταση φανερώνει μία ανάγκη των ανθρώπων να ακούσουν αυτή την ιστορία, αυτή την πολύ συγκινητική και ταυτόχρονα ακραία ιστορία. Να επισημάνουμε ότι ήταν καταλυτική η παρουσία από την πρώτη στιγμή σε όλο το εγχείρημα του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου και της οικογένειας του Γιώργου Κοτζιούλα, των εγγονών του, Γιώργου και Ομορφιάς Κοτζιούλα και της γυναίκας του γιου του Κώστα, Σωσώς Μελετίου.

Δημήτρης: Δεν θελήσαμε, όμως, καθόλου να δούμε το υλικό αφ’ υψηλού κι από μακριά. Θελήσαμε να καταλάβουμε αυτούς τους ανθρώπους και χρησιμοποιήσαμε κάθε τρόπο που είχαμε στα χέρια μας για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τι συνέβη τότε μέσα από ντοκουμέντα, από μελέτες, από αρχειακό υλικό, τόσο γραπτό όσο και οπτικοακουστικό. Και, επίσης, μέσα από την έρευνά μας ήρθαμε σε επαφή με ανθρώπους που είχαν αυτά τα βιώματα. Θέλαμε να μπούμε όσο γίνεται μέσα στη σκέψη και στην ανάγκη αυτών των ανθρώπων και όχι να τους αντιμετωπίσουμε από απόσταση ως ένα μουσειακό είδος. Καθόλου δε μας ενδιέφερε αυτό. Και η ίδια η επαφή μας με την οικογένειά του συγγραφέα δεν μας άφησε ηθικά κανένα περιθώριο παρά να καταβάλουμε τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια να αντιληφθούμε την θέση τους. Και η θέση αυτή έκανε το «εμείς μαζί» που αναφέραμε πριν μια αναγκαιότητα. Θα καταλήγαμε ότι η παράσταση είναι ένα ψηφιδωτό με πολλά αντικρουόμενα κομμάτια.

– Υπήρξε κάτι που σας δυσκόλεψε κατά την προσπάθεια αναπαράστασης εκείνων των θεατρικών κειμένων;
Δέσποινα: Μας δυσκόλεψε το πως θα μπορέσουμε να βρούμε τον τρόπο εκείνο που παίζει θέατρο ένας άνθρωπος που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με αυτό που εμείς λέμε «θέατρο» και μας είναι οικείο από πολύ μικρή ηλικία. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν καμία επαφή με το θέατρο έτσι όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς, οπότε το να βρεθούν πάνω σε μία σκηνή μπροστά σε κόσμο, άντρες και γυναίκες μαζί, να φτιάξουν όλοι μαζί αυτή την κοινότητα ήταν τότε κάτι αδιανόητο και όμως έγινε. Οπότε προσπαθήσαμε να βρούμε οποιοδήποτε ντοκουμέντο θα μπορούσε να μας βοηθήσει στο να καταλάβουμε πως παιζόταν αυτά τα κείμενα τότε που γεννήθηκαν.

Δημήτρης: Ήταν όλη η ομάδα, όμως, από την αρχή απόλυτα διαθέσιμη και απόλυτα συγκεντρωμένη σε όλη αυτή τη μεγάλη έρευνα. Μπήκαν όλοι με πολύ μεγάλη όρεξη κι αυταπάρνηση θα λέγαμε στο να ψάξουμε όλες τις πτυχές εκείνες της συνθήκης και να δημιουργήσουμε την παράσταση που φτιάξαμε. Οπότε αυτό που μας έμεινε είναι η λαχτάρα της αναζήτησης πιο πολύ από τη δυσκολία.

– Πιστεύετε πως έχει εξελιχθεί η ελληνική κοινωνία; Μπορεί να αφυπνιστεί μέσα από μία θεατρική παράσταση και να αλλάξει ρότα;
Δέσποινα: Πιστεύουμε ότι είναι σχεδόν αδύνατον να αφυπνιστεί μια κοινωνία μέσω μιας θεατρικής παράστασης. Σίγουρα όμως μια θεατρική παράσταση μπορεί να ξεκινήσει εκείνη την σπίθα της σκέψης ή την σπίθα της μνήμης και να μπορέσει να αναδιαμορφώσει το τοπίο μέσα μας και όταν αλλάζει το μέσα μας τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να αλλάξει και ο έξω κόσμος.

Δημήτρης: Όποτε ναι, με αυτή την έννοια θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι μια παράσταση θα μπορούσε να αλλάξει έστω και έναν θεατή. Πολλές φορές ίσως και αυτό να είναι αρκετό.

– Η ιστορική αλήθεια εκείνων των χρόνων μέσα από το «θέατρο του βουνού» δείχνει τον δρόμο προς την αλήθεια, την ελευθερία του λόγου, την αξιοπρέπεια του ατόμου. Πιστεύετε ότι είναι πλέον ανάγκη ή η κατάλληλη στιγμή να ξαναδιαβάσουμε την ιστορία και ίσως να διορθώσουμε τα λάθη μας;
Δέσποινα: Υπάρχει τεράστια ανάγκη για αυτό, να ανακαλύψουμε την ιστορία μας, γιατί μας βοηθά να καταλάβουμε την τωρινή συνθήκη καθαρότερα. Όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στα κείμενα και ήρθαμε επαφή και με την οικογένεια του συγγραφέα υπήρχε μέσα μας και η παράλληλη σκέψη, τώρα ένας άγνωστος στο ευρύ κοινό συγγραφέας πως μπορεί να ενδιαφέρει σήμερα; Ενδιαφέρει άραγε; Ένα γεμάτο θέατρο από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε ήταν η απάντηση. Όπως επίσης και ο κόσμος που έρχεται μετά την παράσταση για να μας μιλήσει για την εμπειρία του, για κάποιον γνωστό του που βρέθηκε τότε σε επαφή, για το χωριό του που πέρασε ο θίασος κ.α.

Δημήτρης: Πολλοί έχουν την ανάγκη να δηλώσουν παρουσία και να μας πουν ότι είμαστε εδώ και έχουμε ανάγκη να ακούσουμε αυτή την ιστορία. Όποτε κι εμείς πραγματικά πιστεύουμε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή η ιστορία αυτή να ειπωθεί και ταυτόχρονα μια πραγματικά καλή στιγμή να φωτιστεί η δύναμη αυτών των ανθρώπων. Έτσι θα μπορέσουμε να βρούμε και εμείς τη δύναμη μέσα μας να αντιμετωπίσουμε το σήμερα και να δημιουργήσουμε καλύτερες προϋποθέσεις για το αύριο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.