Η Άποψή μας για την παράσταση “Ένα λιοντάρι μεσοπέλαγα” στο Θέατρο Μικρό Άνεσις

 

“ Ήτανε μια μικρή σχεδία, ήτανε μια μικρή σχεδία που ήταν α-α-α ταξιδευτή οε, οε, οε, οε. Κι ο κλήρος πέφτει στη σαρδέλα…” γιατί το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, και γιατί έτσι κάνουν οι πολιτισμένοι άνθρωποι…

Πιο επίκαιρος από ποτέ ο Σλάβομιρ Μρόζεκ, στη σκηνή του Μικρού Άνεσις. Ο Πολωνός συγγραφέας που αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους μεταπολεμικούς συγγραφείς θεάτρου του παραλόγου δίπλα στον Μπέκετ και τον Ιονέσκο, υπογράφει τα έργα “Μεσοπέλαγα” κι “Ένα λιοντάρι”, τα οποία διαμορφώθηκαν ώστε να συναποτελέσουν την κωμωδία “Ένα λιοντάρι μεσοπέλαγα”. Τρεις ναυαγοί, πάνω σε μια σχεδία, κατά μεσής στο πέλαγος, χωρίς προμήθειες, αποφασίζουν πως το μόνο που τους απομένει είναι να “να δούνε ποιος, ποιος ποιος θα φαγωθεί…”. Μια μαύρη σάτιρα με έντονο το γκροτέσκο στοιχείο, η παράσταση φαντάζει σαν ένα σκληρό παιχνίδι που σε κάνει να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, με τη μικρή λεπτομέρεια ότι πρόκειται για πραγματικότητα… Ο Σλάβομιρ Μρόζεκ, έχοντας ζήσει τη ναζιστική κατοχή, την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη σταλινική καταπίεση, καταφέρνει να είναι ειλικρινώς πολιτικοποιημένος. Αποφεύγοντας την παγίδα της μικροκομματικής τοποθέτησης και της κομματικά χρωματισμένης ρητορικής, δε σου παρέχει την παραμικρή πρόφαση να μην τον ακούσεις. Γι’ αυτό είναι διαχρονικός. Γι’αυτό μοιάζει σύγχρονος.

Από το 1950 ο Μρόζεκ σκιτσάρει σε καθεστωτικές εφημερίδες της κομμουνιστικής Πολωνίας υιοθετώντας σταδιακά το μαύρο χιούμορ, και το παράλογο που διακρίνει τα έργα του. «Τα σκίτσα ήταν ένα πραγματικό σχολείο για μένα. Από αυτά έμαθα να γράφω».

Την πτυχή αυτή του συγγραφέα φαίνεται να εντοπίζει ο Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς με τη σκηνοθεσία του, αφού οι τέσσερις ήρωες, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Αστέρης Πελτέκης, Γιάννης Οικονομίδης και Θάνος Κοντογιώργης, μοιάζουν σα ζωγραφιές που ζωντανεύουν τη νύχτα. Άχωροι και άχρονοι, η ιστορία τους μοιάζει να ξεκινά με το “μια φορά κι έναν καιρό”, όμως πολύ αμφιβάλλεις “αν ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”. Η ιστορία δίνεται σαν ένα ωμό παραμύθι – έτσι όπως είναι στην ουσία τους τα παραμύθια- όπου το παράλογο δεν προκαλεί εντύπωση σε κανέναν, και κανείς δεν αναρωτιέται γιατί! Μπάτλερ, ταχυδρόμοι, σερβίτσια, ποδήλατα και παρ’ ολίγον γουρουνάκια παρελαύνουν στη σκηνή-σχεδία, όμως κανείς δεν αναρωτιέται, πώς βρέθηκαν εκεί, πού πάνε όταν φεύγουν, κι αφού φεύγουν αυτά γιατί δεν φεύγουν και οι ναυαγοί μας! Απλούστατα γιατί έτσι! Γιατί αυτοί είμαστε. Γιατί πάντα ο καρχαρίας τρώει τη σαρδέλα και ποτέ το ανάποδο! Η σκηνοθεσία πιστή στο γκροτέσκο χαρακτήρα του συγγραφέα, χωρίς περιττές υπογραμμίσεις και υπερβολές τονίζει τόσο στο “Mεσοπέλαγα” όσο και στο “Ένα λιοντάρι”, την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι διαχειρίζονται και προσαρμόζουν κατά το δοκούν έννοιες όπως η ηθική, ο πολιτισμός, η εξουσία. Ο “αόρατος κόσμος” που εκτελεί αριστοτεχνικά ο ναυαγός Γιάννης Οικονομίδης, ως καθημερινή επανάληψη της ρουτίνας του, έστω και με “αέρα κοπανιστό” για να μην τρελαθεί, μοιάζει τόσο πραγματικός, που σε κάνει να αμφιβάλλεις για την πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα θέατρο έν θεάτρω που καθιστά τα όρια πραγματικότητας- θεατρού τόσο ασαφή, όσο ασαφή είναι για τους ναυαγούς τα όρια μεταξύ αληθινής ζωής και επιβίωσης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δήμητρας Σπυρίδωνος, απόλυτα μέσα στο κλίμα, κλέβουν πολλές φορές την παράσταση λειτουργώντας ως παρτενέρ των ηθοποιών.

Για τους ηθοποιούς δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Ένας θίασος παζλ, αλληλοσυμπληρούμενος, που σε πείθει άμα τη εμφανίσει, ότι αυτοί οι τύποι δε μπορεί να παρά να υπάρχουν. Αυθεντικός Ιεροκλής Μιχαηλίδης, ως αδίστακτος “καρχαρίας”, λέει την ιστορία του, χωρίς υπερβολές, ένα κράμα σουρρεαλισμού και πραγματικότητας που βγαίνει αβίαστα. Ομοίως ο Αστέρης Πελτέκης, επιβλητικός κι ευθυτενής, ένας πονηρός καιροσκόπος, προσκολλάται σα “βδέλλα” σε αυτόν που φαίνεται να επικρατεί. Ο Γιάννης Οικονομίδης, η ανυπεράσπιστη “σαρδέλα”, παίζει από την κορφή ως τα νύχια, με το σώμα, τις εκφράσεις του προσώπου, τον τόνο της φωνής, ισορροπώντας το αντίπαλο δέος των δύο στιβαρών ναυαγών που έχουν συμμαχήσει εναντίον του. Με την υποκριτική τους συνέπεια κι ακρίβεια, καθένας τους θα μπορούσε να συμβολίζει ένα πολίτευμα, μια ιστορική περίοδο, έναν πολιτικό ηγέτη. Ο Θάνος Κοντογιώργης ενσαρκώνει το γκροτέσκο στοιχείο με τρόπο πραγματικά απολαυστικό, τηρώντας τις αναλογίες, χωρίς να ξενίζει, ούτε να διαταράσσει τη σχέση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στους 3 ναυαγούς, γεγονός που βγάζει πραγματικό γέλιο.

Αυτό όμως που πιο πολύ από όλα ευχαριστήθηκα, είναι ότι είδα μια παράσταση που έχει να σου πει πράγματα ουσιαστικά, αυτό που λέμε σοβαρά, αλλά χωρίς σοβαροφάνεια, χωρίς το μανδύα μιας δυσερμήνευτης “ψαγμενιάς”, απενοχοποιώντας το γέλιο. Μια παράσταση που την κατάλαβα, τη χάρηκα, και βγαίνοντας δεν ένιωθα ηλίθια (όχι τουλάχιστον περισσότερο από όσο ένιωθα μπαίνοντας).

Της Αφροδίτης Φλώρου 14/02/20
Φιλόλογος – Ηθοποιός
Συγγραφέας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.